Του Ιωάννη
Θεοδοσίου
Καθηγητή
Οικονομικών, Πανεπιστήμιο του Αμπερντήν
Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου
Αναδημοσίευση της μετάφρασης του άρθρου από το
1. Εισαγωγικά
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ προχώρησαν
στην επιβολή ενός τρίτου γύρου βαριάς λιτότητας στο ελληνικό κράτος με την
πλήρη συνεργασία της πλειονότητας του ελληνικού πολιτικού κατεστημένου. Η
καταστροφική λιτότητα έχει ήδη προκαλέσει μείωση του ελληνικού ΑΕΠ σε ποσοστό
άνω του 25% μέσα σε 5 χρόνια, όταν το ΑΕΠ των Ηνωμένων Πολιτειών στη διάρκεια
της Μεγάλης Ύφεσης μειώθηκε κατά 20% και του Ηνωμένου Βασιλείου κατά 11%. Οι
βλαβερές συνέπειες για τον ελληνικό πληθυσμό είναι πρωτοφανείς, καθώς η ανεργία
έχει φτάσει στο 28% και η ανεργία των νέων στο 70%, όσοι κατατάσσονται ως
φτωχοί ή ότι κινδυνεύουν να βρεθούν σ’ αυτή την κατηγορία αντιστοιχούν στο 56%
των Ελλήνων, ενώ το 46% των συνταξιούχων βρίσκεται κάτω από το όριο φτώχειας
και το ποσοστό της παιδικής φτώχειας ανέρχεται στο 41%. Οι εγκληματικές πράξεις
και οι αυτοκτονίες έχουν πολλαπλασιαστεί, η βρεφική θνησιμότητα αυξήθηκε
απότομα και η διάδοση των ασθενειών έχει προκαλέσει χάος στο ελλιπώς
χρηματοδοτούμενο και άκρως υποβαθμισμένο σύστημα υγείας. Έτσι, η μόνη
εναπομένουσα πηγή πλούτου στην Ελλάδα, οι πολίτες της, υπονομεύεται σοβαρά. Τα
πέντε τεράστια κακά που αναγνώρισε το 1942 ο σερ Ουίλιαμ Μπέβεριτζ, η ανάγκη, η
ασθένεια, η άγνοια, η εξαθλίωση και η αδράνεια, έχουν πλέον ριζώσει βαθιά στην
ελληνική κοινωνία του 2015. Αυτός ο πόλεμος εναντίον των φτωχών, όπου οι πιο
ευπαθείς και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες υποφέρουν προς όφελος της
χρηματοπιστωτικής και πολιτικής ελίτ, ονομάζεται, με βάση την οργουελιανή
παράδοση, «υγιής οικονομική πολιτική”, η οποία συνιστά τον μόνο δρόμο προς την
οικονομική ανάκαμψη, αποκαλούμενη ΤΙΝΑ «ThereIsNoAlternative» (Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση).
Ωστόσο, η θεαματική οικονομική ανάκαμψη της
Ισλανδίας ύστερα από τη διάρρηξη της δικής της χρηματοπιστωτικής φούσκας, το
2008, δείχνει ότι υπάρχει εναλλακτική λύση. Αυτή η εναλλακτική λύση απαιτεί
συντονισμένες κυβερνητικές ενέργειες για να αναστραφούν οι καταστροφικές
επιπτώσεις της λιτότητας και να καταβληθούν προσπάθειες ώστε να υπάρξει μέριμνα
για τις πιο ευάλωτες και ευπαθείς ομάδες της κοινωνίας. Απαιτεί πολιτικές
μείωσης της ανεργίας και της ανισότητας και προώθησης της οικονομικής
μεγέθυνσης, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ένας δρόμος για την πρόοδο της χώρας
προς μια πιο ευημερούσα και πολιτισμένη κοινωνία. Είναι, λοιπόν, διαφωτιστικό
το να παρακολουθήσουμε την ισλανδική εμπειρία: τη μετεωρική, αλλά εύθραυστη
άνοδο της ισλανδικής οικονομίας με την εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής,
τη θεαματική και ταχύτατη πτώση της και, στη συνέχεια, την εξίσου ταχεία
ανάκαμψή της, όταν οι πολιτικοί ηγέτες της Ισλανδίας έθεσαν ως προτεραιότητα τη
δημοκρατία και ο λαός ψήφισε υπέρ της διαφύλαξης της κοινωνίας του αντί να
ακολουθήσει το δρόμο που συνιστούσαν το ΔΝΤ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, το δρόμο της
ακραίας λιτότητας.
2. Η Ισλανδική Άνοδος
Όπως η Ελλάδα, η Ισλανδία, στο τέλος του Β'
Παγκόσμιου Πολέμου, ήταν μία από τις πιο φτωχές χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Στη
δεκαετία του 1980 είχε επιτύχει επίπεδο και κατανομή εισοδήματος ίσα με το μέσο
όρο των σκανδιναβικών χωρών (WadeandSigurgeirsdottir, 2010). Εντούτοις, καθώς η
οικονομική μεγέθυνση επιβραδυνόταν στη διάρκεια της εν λόγω δεκαετίας,
διαδοχικές κυβερνήσεις άρχισαν να εφαρμόζουν νεοφιλελεύθερη πολιτική σε
ευθυγράμμιση με την κυρίαρχη οικονομική σκέψη στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Αυτή η
πολιτική εφαρμόστηκε πολύ πιο φανατικά μετά το 1994, όταν η Ισλανδία εντάχθηκε
στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), με αποτέλεσμα να μετασχηματιστεί η
ισλανδική οικονομία από μια οικονομία που βασιζόταν στην αλιεία και στον
τουρισμό σε φορολογικό παράδεισο της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ. Ο
ιδιωτικοποιημένος και απορυθμισμένος χρηματοπιστωτικός τομέας κυριάρχησε στην
οικονομική δραστηριότητα. Επιπλέον, οι νόμοι που επέτρεπαν τη συγχώνευση της
εμπορικής και επενδυτικής τραπεζικής, κατά μίμηση της κατάργησης του Νόμου
Γκλας-Στίγκαλ στις ΗΠΑ, διευκόλυναν τις τράπεζες να δανείζουν και να επενδύουν
σε περιουσιακά στοιχεία υψηλού ρίσκου και υψηλών αποδόσεων. Με αυτή την εισροή
ρευστού, η ισλανδική οικονομία εκτοξεύτηκε: από το 2003 έως το 2007 ο μέσος
ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ ήταν της τάξης του 5,5% και το ποσοστό της
ανεργίας έπεσε σε επίπεδα μόλις πάνω από το 2%, το χαμηλότερο στην Ευρώπη. Το
2007, η Ισλανδία ήταν η 5η πλουσιότερη χώρα του κόσμου με το κατά κεφαλήν
εισόδημα, το οποίο ήταν κατά 60% περισσότερο από αυτό των ΗΠΑ, να αντανακλά το
ρυθμό μεγέθυνσης του ισλανδικού τραπεζικού συστήματος: στο τέλος του 2007, τα
περιουσιακά στοιχεία που είχαν στα χέρια τους οι τρεις μεγαλύτερες τράπεζες, τα
οποία το 2003 ισοδυναμούσαν με λιγότερο από το διπλάσιο του ΑΕΠ της χώρας, ήταν
πλέον οκταπλάσια του ΑΕΠ, ενώ το 2008 ήταν σχεδόν δεκαπλάσια του ΑΕΠ
(WadeandSigurgeirsdottir, 2012). Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι οι
τράπεζες, προκειμένου να επεκταθούν, στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στο ξένο χρήμα
και στις ξένες καταθέσεις, πουλώντας ομόλογα στην ευρωπαϊκή αγορά, ιδίως στο
Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ολλανδία, με έμμεσες εγγυήσεις μέσω δανεισμού τους
από ευρωπαϊκά ιδρύματα. Στα τέλη του 2004, η Ισλανδία ήταν η πιο χρεωμένη χώρα
του κόσμου βάσει του ακαθάριστου εξωτερικού χρέους ως προς το ΑΕΠ (Olafsson,
2011). Δύο από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ισλανδίας, οι Islandsbanki και
Kaupthing, εγκατέστησαν επιχειρήσεις λιανικής τραπεζικής σε αρκετές ευρωπαϊκές
χώρες και μια τρίτη, η Landsbanki, εγκαινίασε τραπεζική υπηρεσία μέσω διαδικτύου,
την «Icesave”, στο Ηνωμένο Βασίλειο , το 2006, και στην Ολλανδία, το 2008. Αυτό
έδωσε στις τράπεζες τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στις ξένες καταθέσεις. Πάνω
από 300.000 Βρετανοί και πολλά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων των Πανεπιστημίων
της Οξφόρδης και του Κέιμπριτζ, της Μητροπολιτικής Αστυνομίας και της Επιτροπής
Λογιστικού Ελέγχου του Ηνωμένου Βασιλείου, μιας ανεξάρτητης επιτροπής
οικονομικής εποπτείας, κατέθεσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία σε λογαριασμούς
της Icesave. Στην Ολλανδία, πάνω
από 125.000 άνθρωποι κατέθεσαν τα χρήματά τους στην Icesave. Το 2008, Ευρωπαίοι επενδυτές
διατηρούσαν σχεδόν 10,5 δισ. δολάρια σε λογαριασμούς της Icesave , πάνω από το ήμισυ του ισλανδικού ΑΕΠ
(WadeandSigurgeirsdottir, 2012).
Η εύκολη διαθεσιμότητα πίστωσης μαζί με την
αύξηση της τιμής των μετοχών προκάλεσαν μια φούσκα στην αγορά στέγης, καθώς οι
τιμές των σπιτιών αυξάνονταν ετησίως κατά 16,6%, κατά μέσο όρο, από το 2003 έως
το 2007. Η αύξηση του πλούτου που συνδεόταν με τη στέγη έδωσε το έναυσμα για
περαιτέρω δανεισμό και δαπάνες και συνέβαλε στην περαιτέρω οικονομική
μεγέθυνση. Σε μια χώρα με περιορισμένη παραγωγή, όλα τα παραπάνω προκάλεσαν ένα
έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο αυξήθηκε από 5% του ΑΕΠ, το 2003, σε
20%, το 2006.
Ωστόσο, παρά την εύθραυστη χρηματοπιστωτική
κατάσταση αυτής της οικονομικής ανόδου, όλο το νεοφιλελεύθερο ιερατείο
επαινούσε τη μετεωρική οικονομική άνοδο της Ισλανδίας ως μια μαρτυρία της
εγκυρότητας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών: «η μεγαλύτερη ιστορία επιτυχίας στον
κόσμο» (TheWallStreetJournal, 2004).
3. Η Ισλανδική Πτώση