ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ

Στη σελίδα αυτή δημοσιεύουμε ενδιαφέροντα άρθρα, σχόλια, απόψεις, βίντεο και φωτογραφίες από τον τύπο, το internet και άλλα ΜΜΕ, σχετικά με το αντικείμενο της επιτροπής. Τα κείμενα αυτά δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις της επιτροπής, κρίθηκαν όμως ενδιαφέροντα για συζήτηση.

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Η Αργεντινή, η Ελλάδα και η Αριστερά - του Σταύρου Μαυρουδέα

Αναδημοσίευση  από το Blog του Σταύρου Μαυρουδέα
 Σταύρος Δ. Μαυρουδέας
Αθήνα, Αύγουστος 2014
1.      Πρόλογος

Πρόσφατα η Αργεντινή ξανάρθε στο προσκήνιο των ελληνικών πολιτικών αντιπαραθέσεων με αφορμή την λογιστική (και όχι πραγματική) στάση πληρωμών της λόγω της απόφασης του αμερικανικού δικαστηρίου του υπέργηρου και υπερσυντηρητικού T.Griesa που δικαίωσε τα λεγόμενα κερδοσκοπικά ταμεία – όρνεα (vulture funds) που αγόρασαν – αντί πινακίου φακής – τα ομόλογα της ελάχιστης μειοψηφίας των δανειστών που δεν συμμετείχαν στην αναδιάρθρωση του αργεντινού χρέους και επιδιώκουν την πληρωμή τους στο ακέραιο (επιτυγχάνοντας κέρδη της τάξης του 1600%). Η στάση αυτή πληρωμών είναι λογιστική και τεχνική και όχι πραγματική γιατί η Αργεντινή εξυπηρετεί το αναδιαρθρωμένο χρέος της (που περικόφτηκε κατά περίπου 70%) προς την τεράστια πλειοψηφία των ξένων δανειστών της. Απλά το αμερικάνικο δικαστικό σύστημα – που παρεμπιπτόντως για τα εγχώρια δυτικά παπαγαλάκια, που φληναφούν περί αποκομματικοποίησης και αποπολιτικοποίησης, είναι εξόφθαλμα κομματικοποιημένο – απαγορεύει την εξυπηρέτηση του καθώς αυτή γίνεται μέσω αμερικανικής τράπεζας.

Τα εγχώρια συστημικά παπαγαλάκια των ΜΜΕ της διαπλοκής και της εξωνημένης συγκυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ όρμησαν κυριολεκτικά σαν όρνεα να πείσουν ότι αυτά παθαίνει όποιος τολμά να συγκρουστεί με τα διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα. Όλος αυτός ο συρφετός των σύγχρονων νενέκων – παραποιώντας κατάφορα την πραγματικότητα και διαστρέφοντας χυδαία τα οικονομικά δεδομένα – προσπαθούν να πείσουν ότι κάθε αντίσταση είναι καταστροφική και μόνο η υποταγή και ο σφουγγοκωλαρισμός απέναντι στα εγχώρια και ξένα καπιταλιστικά συμφέροντα, στον οποίο οι ίδιοι ασμένως επιδίδονται, είναι ο μόνος λογικός δρόμος. Κάθε τι άλλο είναι αποκοτιά.

Από την άλλη όμως η μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής Αριστεράς αλλά και διάφοροι προβεβλημένοι ριζοσπαστικοί σχολιαστές είτε πρόβαλλαν μία υπεράσπιση της Αργεντινής που είναι εικονική (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ) είτε έκαναν τους Πόντιους Πιλάτους (π.χ. ΚΚΕ) είτε καλλιεργούν διάφορες παραπλανητικές απόψεις (π.χ. συγκάλυψη του ρόλου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και κριτική στην υποτιθέμενη «σοσιαλμανία» του Κιρχνερισμού ή άκριτη υποστήριξη και θαυμασμός στον Κιρχνερισμό του «σοβαρού καπιταλισμού»). Σε καμία περίπτωση δεν αφομοίωσαν τα πολύτιμα μαθήματα που δίνει η περίπτωση της Αργεντινής για την ελληνική Αριστερά και το λαϊκό κίνημα. Ιδιαίτερα δεν κατανοούν – και μάλλον δεν δίνουν δεκάρα για να το κάνουν – την αποτυχία της αργεντίνικης Αριστεράς να ηγεμονεύσει πάνω στη ρωγμή της κρίσης το 2001 και το σύρσιμο του λαϊκού κινήματος πίσω από την νεο-περονιστική εκδοχή του Κιρχνερισμού. Μόνο η μοναχική φωνή της Πρωτοβουλίας για την Αριστερή Μετωπική Συμπόρευση (http://aristerisymporefsi.gr) έθεσε το πρόβλημα στη σωστή του διάσταση.

Το κείμενο αυτό αποσκοπεί να συμβάλλει σε μία σοβαρή και νηφάλια συζήτηση που πρέπει να γίνει μέσα στη ελληνική Αριστερά και στο εργατικό κίνημα για την Αργεντινή και τα χρήσιμα συμπεράσματα που πρέπει να εξαχθούν από αυτή. Ιδιαίτερα αποσκοπεί να τονίσει την επιτακτική ανάγκη της μετωπικής συμπόρευσης όλων των ζωντανών δυνάμεων της Αριστεράς και της εργασίας με βάση ένα μεταβατικό πρόγραμμα σύγκρουσης με τον ιμπεριαλισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και το σύστημα που θα λύνει τα άμεσα προβλήματα επιβίωσης της μεγάλης εργαζόμενης πλειονότητας και ταυτόχρονα θα ανοίγει τον δρόμο για το ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας στην κατεύθυνση της «δημοκρατίας της δικαιοσύνης και της εργασίας».

Το κείμενο απαρτίζεται από τα ακόλουθα τμήματα. Το επόμενο τμήμα παρουσιάζει συνοπτικά την ιστορική διαδρομή του αργεντίνικου καπιταλισμού και την κατάρρευση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Το τρίτο τμήμα αναλύει την επανασταθεροποίηση του συστήματος και το πολιτικό και οικονομικό σχέδιο του Κιρχνερισμού. Το τελευταίο τμήμα προτείνει τα συμπεράσματα που πρέπει να εξάγει το ελληνικό λαϊκό κίνημα και η Αριστερά από την περίπτωση της Αργεντινής. 

2.     Η ιστορική διαδρομή του αργεντίνικου καπιταλισμού και η κατάρρευση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου


Ιστορικά, η Αργεντινή έχει αρκετές ομοιότητες αλλά και σημαντικές διαφορές με την Ελλάδα καθώς έχει ακολουθήσει μία παρόμοια διαδρομή. Είναι και αυτή μία καπιταλιστική χώρα δεύτερης εσοδείας (δηλαδή ακολούθησε τις δυτικές χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής που πρώτες προχώρησαν στο δρόμο του καπιταλισμού αλλά και προηγήθηκε άλλων χωρών της Ασίας και της Αφρικής) και ενδιάμεσου επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης (καθώς από κάποια στιγμή και μετά, ιδιαίτερα από τον μεσοπόλεμο και μετά, αναπτύχθηκε ραγδαία αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να φθάσει την ομάδα χωρών πρώτης εσοδείας). Ήταν πάντα σε στενή σύνδεση με την πρωτοπόρα ομάδα και αυτό μετέφερε τόσο δεσμούς πολιτικής και οικονομικής εξάρτησης όσο και την πίεση να φθάσει την πρώτη. Γι’ αυτό εντάσσεται επίσης στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα καθώς μπορεί και εκμεταλλεύεται λιγότερο αναπτυγμένες χώρες αλλά ταυτόχρονα η ίδια υπάγεται στην ισχύ των πιο αναπτυγμένων ΗΠΑ και δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Έχει επίσης ευρύτατα μεσαία στρώματα, όπως και η Ελλάδα, σε αντίθεση με τις πιο αναπτυγμένες δυτικές χώρες. Τέλος, για να ενσωματωθεί ο κοινωνικός και πολιτικός ριζοσπαστισμός ανδρώθηκε ο Περονισμός, ένα ρεύμα παρόμοιο με το ΠΑΣΟΚ αλλά με πολύ πιο μακρά ιστορία (ξεκινά από τον μεσοπόλεμο και φθάνει μέχρι σήμερα), πολύ πιο ισχυρές κοινωνικές βάσεις και πολύ πιο ριζοσπαστικές εκφάνσεις. Ο Περονισμός – ο οποίος σημειωτέον εκτός από αριστερές είχε και δεξιές (ακόμη και φασίζουσες) πτέρυγες – σημάδεψε την εξέλιξη της σύγχρονης Αργεντινής και ιδιαίτερα κατόρθωσε να ηγεμονεύσει σε όλο το χώρο της Αριστεράς, πράγμα που δεν πέτυχε το ΠΑΣΟΚ.

Από την άλλη βέβαια η Αργεντινή είναι μία πολύ πιο πλούσια σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους χώρα σε σχέση με την Ελλάδα. Έχει ένα πολύ πιο ισχυρό μεταποιητικό τομέα (που από το 2012 είναι ο μεγαλύτερος της οικονομίας, σε αντίθεση με την ελληνική οικονομία που ηγεμονεύεται από τις υπηρεσίες) και ο οποίος βέβαια συνδέεται στενά με τον πρωτογενή τομέα (καθώς ο μεγάλος όγκος της παραγωγής του είναι μεταποιημένα αγροτο-κτηνοτροφικά προϊόντα). Όμως έχει και ένα ισχυρό τμήμα βαριάς βιομηχανίας (π.χ. αυτοκινητοβιομηχανία, που ενισχύθηκε ιδιαίτερα, στα πρώτα βήματα του, από στρατιωτικές βιομηχανίες (βλέπε Μαυρουδέας (1996)).

Η κρίση του 1930 εξώθησε την Αργεντινή στην υιοθέτηση πολιτικών εκβιομηχάνισης καθώς η κατάρρευση της παγκ. οικονομίας δημιούργησε την ανάγκη αλλά έδωσε και την ευκαιρία ανάπτυξης της εγχώριας βιομηχανίας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν προϋπήρχαν σημαντικές εγχώριες μεταποιητικές δραστηριότητες (βλέπε Μαυρουδέας (1996)). Αντίθετα, ήδη από την αρχή του 20ου αιώνα περίπου το 20% του εργατικού δυναμικού εργαζόταν στην μεταποίηση, στην οποία αναλογούσε το 10 με 15% του συνολικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Η Αργεντινή είχε ήδη από εκείνη την περίοδο φθάσει ένα βαθμό εκβιομηχάνισης που η μεσαία αναπτυσσόμενη χώρα δεν έφθασε παρά μόνον μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο.

Ο πρώτος τύπος πολιτικών εκβιομηχάνισης, που εφαρμόσθηκαν στην περίοδο 1930-50, ήταν η Υποκαθιστούσα Εισαγωγές Εκβιομηχάνιση (Import Substituting Industrialisation – ISI). Η πολιτική της Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Εκβιομηχάνισης επιδιώκει μία συστηματική και σχεδιασμένη εκβιομηχάνιση με δύο βασικούς πυλώνες: (1) την μεταφορά πόρων από τον παραδοσιακό (αγροτικό) τομέα στο σύγχρονο (βιομηχανικό) τομέα και (2) την προστασία της εγχώριας οικονομίας (μέσω δασμών κλπ.) από τον ξένο ανταγωνισμό. Ο τύπος αυτός πολιτικής ανήκει στο αναπτυξιακό υπόδειγμα (developmentalism ή ισπανικά desarrollismo) που δίνει έμφαση στο ρόλο της ανάπτυξης, σε αντίθεση με πιο συντηρητικές σταθεροποιητικές πολιτικές, και θεωρεί ότι αυτή θα προέλθει από την ανάπτυξη της εγχώριας οικονομίας που πρέπει να προστατευθεί από τον ξένο ανταγωνισμό. Στην εκδοχή της Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Εκβιομηχάνισης δεν είχε πάρει τον συγκροτημένο χαρακτήρα που απέκτησε το υπόδειγμα αυτό με τον Λατινοαμερικάνικο Δομισμό αργότερα. Στην πρώτη δεκαετία του το υπόδειγμα αυτό βασίσθηκε στην αύξηση της εσωτερικής ζήτησης ιδιαίτερα μέσω της αύξησης του μεριδίου των μισθών (ιδιαίτερα στη βιομηχανία). Στη δεύτερη δεκαετία βασίσθηκε στις δημόσιες δαπάνες. Η πολιτική αυτή, ιδιαίτερα στη δεύτερη φάση της βασίσθηκε σε δημόσια ελλείμματα που χρηματοδοτούνταν μέσω του πληθωρισμού (και έτσι αποφευγόταν η αύξηση της φορολογίας). Στην περίοδο της Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Εκβιομηχάνισης συγκροτείται και εδραιώνεται ο Περονισμός καθώς η ανοδική πορεία της αργεντίνικης οικονομίας σε συνδυασμό με την μεταπολεμική «χρυσή εποχή» του παγκ. καπιταλισμού έδωσε την δυνατότητα ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος μέσω των μισθολογικών αυξήσεων και της αύξησης της απασχόλησης αλλά και μέσω της θεσμικής ενσωμάτωσης του στο κράτος. Ο Περονισμός (με τον αυταρχικό λαϊκισμό του) αλλά και σχεδόν όλες οι υπόλοιπες κυβερνήσεις της περιόδου προώθησαν μία σχετική αναδιανομή του εισοδήματος, κυρίως προς την πλευρά της βιομηχανικής εργατικής τάξης (καλυπτόμενη όμως, κατά βάση, από την αύξηση τόσο του ποσοστού όσο και της μάζας της υπεραξίας). Επομένως, οι ελλειμματικοί προϋπολογισμοί και η αναδιανομή του εισοδήματος ήταν βασικά χαρακτηριστικά αυτού του μοντέλου. Όμως, τα ελλείμματα και ο πληθωρισμός είναι μία απαίτηση σε μέλλουσα παραγωγή. Όσο ο ρυθμός ανάπτυξης την καλύπτει εγκαίρως – δεδομένων των χρονικών υστερήσεων στην εκπλήρωση της απαίτησης – δεν παρουσιάζονται προβλήματα. Όταν όμως τόσο η παραγωγική δομή (δηλαδή η συγκεκριμένη μορφή υπό την οποία η εργασία υπάγεται στο κεφάλαιο) όσο και η μορφή του συνολικού κυκλώματος του κεφαλαίου (και ιδιαίτερα η συγκεκριμένη μορφή των σχέσεων μεταξύ των βασικών μερίδων του κεφαλαίου) εξαντλήσουν τα όρια τους, τότε η επίτευξη του αναγκαίου ποσοστού κερδοφορίας αποτυγχάνει και προβλήματα αξιοποίησης εμφανίζονται σχεδόν μονίμως. Αυτά παίρνουν την μορφή προβλημάτων του ισοζυγίου πληρωμών (εκφράζοντας μία μειωμένη ανταγωνιστικότητα σε σχέση με ξένους ανταγωνιστές) και έναν επιταχυνόμενο πληθωρισμό (καθώς οι κυβερνήσεις προσφεύγουν στις συνταγές παλιών επιτυχιών). Δεδομένης της επιβράδυνσης της μεγέθυνσης και του υψηλότερου πληθωρισμού, η αναδιανομή του εισοδήματος έγινε δύσκολη. Ως συνεπακόλουθο, οι προηγουμένως υπολανθάνοντες ταξικοί ανταγωνισμοί επανήλθαν στο προσκήνιο. Έτσι από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 η «χρυσή εποχή» της Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης είχε τελειώσει και η αργεντίνικη οικονομία ήταν σε αναβρασμό.

Δύο οικονομικά ρεύματα συγκρούστηκαν για το ποιο θα είναι το διάδοχο υπόδειγμα οικονομικής πολιτικής και ιδιαίτερα για το πώς θα αντιμετωπισθεί το πρόβλημα του πληθωρισμού: η σχολή του Λατινοαμερικανικού Δομισμού (Latin American Structuralism) και ο Μονεταρισμός (δηλαδή ο πρώιμος πρόγονος των σημερινών νεοφιλελεύθερων πολιτικών). Υπήρξε μία περίοδος διαδοχικής εφαρμογής και των δύο αυτών στρατηγικών: στα 1959-62 εφαρμόζεται το πρώτο Μονεταριστικό πείραμα, ακολουθούμενο από ένα μακρύ Δομιστικό πείραμα (που εφαρμόσθηκε τόσο κατά την περίοδο διακυβέρνησης των Ριζοσπαστών στα 1963-66 αλλά και κατά την Περονιστική κυβέρνηση του 1973-76). Και τα δύο εμφάνισαν προβλήματα. Συνεπώς, μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1976 εμφανίσθηκε ένας νέος υποψήφιος οικονομικής πολιτικής: η Νομισματική Προσέγγιση στο Ισοζύγιο Πληρωμών ή Παγκόσμιος Μονεταρισμός ή Μονεταρισμός της Ανοικτής Οικονομίας (δηλαδή οι σύγχρονες νεοφιλελεύθερες πολιτικές). Το μοντέλο αυτό κυριάρχησε στην Αργεντινή από το 1976 μέχρι το 2001 και φυσικά οδήγησε στην κρίση και την χρεωκοπία του 2001.



Ο Λατινοαμερικάνικος Δομισμός είναι μία σχολή συγγενική προς την Αγγλοσαξωνική θεωρία του πληθωρισμού κόστους και προέρχεται από την δουλειά της Οικονομικής Επιτροπής του ΟΗΕ για την Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (ECLAC) υπό την ηγεσία του R. Prebisch (που ήταν και Αργεντινός) και του P. Singer. Πρόκειται για ένα ρεύμα που ανήκει στις Θεωρίες της Εξάρτησης (Dependency Theory). Θεωρεί ότι οι ρίζες του πληθωρισμού βρίσκονται στην οικονομική δομή και κύρια σε παράγοντες όπως η μη κινητικότητα των πόρων, ο κατακερματισμός της αγοράς και οι ανισορροπίες ανάμεσα στην τομεακή προσφορά και ζήτηση. Επομένως, η σταθεροποιητική πολιτική είναι αναγκαία ώστε να αποφραχθούν τα «μποτιλιαρίσματα» τα οποία ωθούν την οικονομία σε πληθωριστικούς κύκλους. Με αυτή την έννοια, η Δομιστική πολιτική είναι μία μακροχρόνια πολιτική εφόσον οι δομικές ανισορροπίες μπορούν να εξαλειφθούν μόνο μέσω μίας επανακατανομής των επενδύσεων, μία μακρόχρονη και σταδιακή διαδικασία. Για να γίνει αυτό είναι καθοριστικός ο ρόλος του κρατικού παρεμβατισμού που πρέπει να υλοποιήσει μία σειρά θεσμικές αλλαγές (π.χ. αναδασμούς, φορολογικές αλλαγές, βιομηχανική πολιτική κλπ.). Όλα αυτά έχουν αρνητικό αντίκτυπο πάνω στο εισόδημα των κατόχων αυτών των σπανιζόντων πόρων από όπου προκύπτουν τα «μποτιλιαρίσματα» (π.χ. γαιοκτήμονες, ιδιοκτήτες κομβικών πρώτων υλών). Οι πόροι που αφαιρούνται από αυτούς διοχετεύονται στο κράτος και συγκροτούν την βάση για συνεχόμενες αυξήσεις της παραγωγικότητας και αναδιανομή του εισοδήματος στα αργοπορούντα και φτωχότερα τμήματα της οικονομίας και, συνεπακόλουθα, σε μία προοδευτική μακροπρόθεσμη αναδιανομή του εισοδήματος. Εν κατακλείδι, η Λατινοαμερικανική Δομιστική σχολή θεωρεί ότι ο πληθωρισμός είναι κατά βάσει ένα μη νομισματικό φαινόμενο και υποβαθμίζει τις επιπτώσεις που έχει η χρηματοδότηση μέσω ελλειμμάτων και νομισματικής επέκτασης πάνω στις τιμές. Πολιτικά και ταξικά αποσκοπεί σε μία ιδιόμορφα κεϋνσιανή καπιταλιστική διαχείριση (γιατί αφορά λιγότερο αναπτυγμένες και εξαρτημένες χώρες) που στοχεύει σε ένα συμβιβασμό του κεφαλαίου με την εργασία, πάντα υπό την ηγεμονία του πρώτου αλλά χωρίς να φτωχοποιείται η τελευταία. Και όλα αυτά σε μία λελογισμένη σύγκρουση με το διεθνές πλαίσιο (δηλαδή τον Δυτικό και ιδιαίτερα τον Αμερικανικό ιμπεριαλισμό) που θέλει να κρατήσει τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες στην παγίδα της εξάρτησης και της υπανάπτυξης. Με τον Λατινοαμεριάνικο Δομισμό το αναπτυξιακό υπόδειγμα παίρνει ίσως την πιο συγκροτημένη και διακριτή μορφή του.

Αντίθετα, ο Μονεταρισμός θεωρεί ότι ο πληθωρισμός είναι πάντοτε ένα νομισματικό φαινόμενο. Κατά τον Μονεταρισμό, οι πολιτικές πρέπει να είναι βραχυχρόνιες και να αποσκοπούν σε μία γρήγορη αντιμετώπιση του πληθωρισμού, επειδή ο τελευταίος θεωρείται ως ο βασικός ανασταλτικός παράγοντας για αποδοτική ανάπτυξη. Ως συνέπεια, προτείνονται σταθεροποιητικές πολιτικές τύπου «θεραπείας σοκ». Πολιτικά και ταξικά προτείνει την κατά μέτωπο επίθεση του κεφαλαίου στην εργασία και την με αυτό τον τρόπο ανάταξη των προβλημάτων του καπιταλιστικού συστήματος (που άρχισαν να εμφανίζονται με το λαχάνιασμα της μεταπολεμικής «χρυσής εποχής» και τελικά οδήγησαν στην παγκ. καπιταλιστική κρίση του 1973). Επίσης, σε αντίθεση με τον Δομισμό, πρέσβευε την συμμόρφωση των λιγότερο ανεπτυγμένων οικονομικών στα δυτικά πλαίσια. Βέβαια ο Μονεταρισμός, εκτός των προτερημάτων του για το κεφάλαιο, είχε ορισμένα εξαιρετικά προβληματικά ελαττώματα. Κατ’ αρχήν κατανοούσε την κεφαλαιοκρατική κρίση μέσω του παραμορφωτικού πρίσματος των νομισματικών σχέσεων (δηλαδή της σφαίρας της ανταλλαγής) και όχι ως ένα πρόβλημα που προέρχεται από την σφαίρα της παραγωγής. Συνεπώς θεωρούσε ότι η νομισματική πειθαρχία και η ελεύθερη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς θα αναμόρφωνε τις σχέσεις και τις δομές της παραγωγής σχεδόν αυτόματα. Αφετέρου, πίστευε ότι η εισοδηματική αναδιανομή προς όφελος του κεφαλαίου (δηλαδή η βάρβαρη μείωση του κονδυλίου των μισθών ) από μόνη της θα βελτίωνε την κεφαλαιοκρατική κερδοφορία. Συνεπώς, παραγνώριζε το ότι η κεφαλαιοκρατική κερδοφορία δεν βασίζεται μόνον στην σφαίρα της διανομής αλλά πρώτα και κύρια στην σφαίρα της παραγωγής (δηλαδή εξαρτάται όχι μόνον από το μερίδιο της εργασίας αλλά και από το πόσο παραγωγική είναι η εργασία). Τέλος, η μονεταριστική οπτική περιοριζόταν στα όρια του εθνικού κράτους, αγνοώντας ότι ο καπιταλισμός έμπαινε σε μία περίοδο πρωτόγνωρης διεθνοποίησης (για περισσότερα βλέπε Μαυρουδέας (2010)).

Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις δοκιμάστηκαν διαδοχικά σε πολλές Λατινοαμερικανικές χώρες, στην περίοδο που ακολούθησε το τέλος της εποχής της Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης, με απογοητευτικά αποτελέσματα.

Το βασικό πρόβλημα που τορπίλιζε τόσο τις Δομιστικές όσο και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές πρώτης γενεάς ήταν ότι είχε ήδη αρχίσει να δείχνει το πρόσωπο της η κρίση υπερσυσσώρευσης (λόγω φθίνουσας κερδοφορίας) που έπληξε παγκόσμια το καπιταλιστικό σύστημα το 1973. Η αδυναμία αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας (δηλ. του ποσοστού υπεραξίας) με επαρκείς ρυθμούς, η αύξηση του βάρους του πάγιου κεφαλαίου (δηλ. της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου) και ο συνακόλουθος υπερπληθυσμός κεφαλαίων που δεν μπορούν να επενδυθούν αρκούντως προσοδοφόρα (δηλ. η υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου) δεν άφηνε περιθώρια για είτε κεϋνσιανές είτε νεοσυντηρητικές πολιτικές μικρής εμβέλεια (βλέπε Μαυρουδέας (2010)).

Η αποτυχία τόσο των Δομιστικών όσο και των Μονεταριστικών πολιτικών άνοιξε τον δρόμο για την δεύτερη γενεά νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Οι τελευταίες εμπεριέχουν μία νέα και ισχυρή έμφαση σε μακροπρόθεσμες δομικές και θεσμικές αλλαγές, όπως το άνοιγμα της οικονομίας στο διεθνές εμπόριο και στις ροές κεφαλαίου, την ανάπτυξη ενός ιδιωτικού χρηματοδοτικού τομέα, την δραστική μείωση του ρόλου του κράτους και την ιδιωτικοποίηση του κρατικού τομέα, την αλλαγή της εργατικής νομοθεσίας και τον περιορισμό της δύναμης των συνδικάτων κλπ. Με τον τρόπο αυτό θεωρείται ότι «επανεκπαιδεύονται» οι οικονομικοί φορείς στο να δρουν με βάση την απρόσκοπτη λειτουργία των κανόνων της οικονομίας της αγοράς και αλλάζει θεμελιακά η λειτουργία της οικονομίας. Το ισχυρό μακροπρόθεσμο στοιχείο των νέων πολιτικών αποτελεί προϋπόθεση για την σταθερότητα του επίπεδου τιμών και την καταπολέμηση του πληθωρισμού. Το συμπέρασμα αυτό έχει μία αξιοσημείωτη ομοιότητα με τον Δομισμό. Ο πληθωρισμός παύει να θεωρείται απλά ένα νομισματικό φαινόμενο. Αντίθετα, μία οικονομία με πληθωρισμό είναι μία οικονομία με προβληματικές δομές. Στην ουσία πρόκειται για Δομισμό σε μονεταριστική βάση. Πολιτικά και ταξικά οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές ανοικτής οικονομίας αποτελούν μία ακόμη πιο βίαιη επίθεση ενάντια στην εργασία που έχει πιο μακροχρόνιο και δομικό χαρακτήρα απ’ ότι ο Μονεταρισμός. Βασικό επιπρόσθετο ειδοποιό χαρακτηριστικό τους είναι η «παγκοσμιοποίηση» (δηλαδή το άνοιγμα της οικονομίας). Φυσικά, για τις λατινοαμερικανικές χώρες αυτό σήμαινε την πλήρη προσαρμογή στις επιταγές του ηγεμονευόμενου από την Δύση διεθνούς συστήματος.

Συνήθως διαφεύγει τόσο από παλιότερες όσο και από σύγχρονες δυτικές συζητήσεις για την κρίση και τον νεοφιλελευθερισμό το γεγονός ότι πριν ο τελευταίος εφαρμοσθεί στη Δύση (ιδιαίτερα με τις κυβερνήσεις Ρέηγκαν και Θάτσερ στις ΗΠΑ και στο ΗΒ αντίστοιχα) είχε δοκιμασθεί πειραματικά στη Λατινική Αμερική και μάλιστα με το σιδερένιο χέρι στρατιωτικών δικτατοριών. Παραδείγματος χάριν, το πρώτο μονεταριστικό πείραμα στην Αργεντινή στην τριετία 1959-62, συμπίπτει χονδρικά με ανάλογα πειράματα στην Χιλή (1956-58), στην Βολιβία (1956), στο Περού (1959) και στην Ουρουγουάη (1959-62). Οι πολιτικές αυτές απέτυχαν και τις ακολούθησαν εξίσου ομοιόμορφα, και εξίσου αποτυχημένα, μία σειρά Δομιστικές πολιτικές. Τέλος, οι τελευταίες με την σειρά τους αντικαταστάθηκαν από νεοφιλελεύθερες πολιτικές δεύτερης γενεάς. Αντίστοιχα από το 1976 και μετά οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές δεύτερης γενεάς (δηλ. ανοικτής οικονομίας ή αλλιώς η «παγκοσμιοποίηση») επιβάλλονται περίπου ομοιόμορφα στις λατινοαμερικάνικες χώρες υπό την αιγίδα της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Επίσης χρησιμοποιείται εκτεταμένα το «εργαλείο» των στρατιωτικών δικτατοριών.

Στην περίπτωση της Αργεντινής το πρώτο νεοφιλελεύθερο πείραμα δεύτερης γενεάς γίνεται με το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1976 και την ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών από τον πρόεδρο του Συμβουλίου Επιχειρηματιών (Consejo Empresario) Martinez de Hoz και κράτησε μέχρι το 1982. Βέβαια, σε αντίθεση με τις απλοϊκές πεποιθήσεις της Θεωρίας της Εξάρτησης περί αδύναμης εγχώριας αστικής τάξης που είναι πειθήνιος λήπτης εντολών των ξένων ιμπεριαλιστικών κέντρων, το εγχείρημα αυτό είχε την υποστήριξη όλων των βασικών (και καθόλου υπανάπτυκτων) βασικών μερίδων του αργεντίνικου κεφαλαίου (βλέπε Munck (1985)). Το τελευταίο προσχώρησε οικειοθελώς στο δυτικό σχέδιο που συγκεφαλαιώθηκε αργότερα στη Συναίνεση της Ουάσιγκτον γιατί προσδοκούσε ότι έτσι θα συμμαζέψει την κοινωνία και την οικονομία (που σπαρασσόταν από ταξικές συγκρούσεις) και θα αναβαθμιζόταν στο διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Το πρώτο νεοφιλελεύθερο πείραμα δεύτερης γενεάς στην Αργεντινή κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία (βλέπε Μαυρουδέας (1996)) καθώς, παρά την δραστική μείωση του μεριδίου των μισθών και τα έξι χρόνια σταθεροποίησης ένας επίμονα υψηλός πληθωρισμός συνδυαζόταν με μία βαθειά ύφεση. Επιπλέον, το εξωτερικό χρέος αυξήθηκε επικίνδυνα εφόσον όλη η χρηματοοικονομική ευφορία και η εισροή ξένων κεφαλαίων δεν κατέληξε σε παραγωγικές επενδύσεις αλλά περιορίσθηκε στον χρηματοοικονομικό τομέα αποσπώντας υψηλές αποδόσεις, που δεν μπορούσαν στο τέλος να καλυφθούν από ανάλογες αυξήσεις στον όγκο της παραγωγής. Η αποτυχία του προγράμματος και η συνακόλουθη οικονομική κρίση οδήγησε την στρατιωτική δικτατορία στο πάγωμα του και στον στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό της εκστρατείας στις Μαλδίβες. Η ήττα της τελευταίας οδήγησε στην πτώση της χούντας.

Ακολούθησε το 1983 η κυβέρνηση του Ριζοσπαστικού Κόμματος υπό τον Raul Alfonsín που εγκατέλειψε μεν την νεοφιλελεύθερη πολιτική και προσπάθησε αποτυχημένα μέσω ενός μετριοπαθούς ετερόδοξου προγράμματος σταθεροποίησης (Plan Austral) να αναστρέψει την αποβιομηχανοποίηση και τον υπερπληθωρισμό χωρίς όμως να θίξει τα νεοφιλελεύθερα κεκτημένα ούτε να συγκρουστεί με το δεσμευτικό διεθνές πλαίσιο. Έτσι τις εκλογές του 1989 τις κέρδισε ο Περονιστής Carlos Menem που όμως προχώρησε σε αυτό που έχει ονομασθεί Μενεμισμός ή νεοφιλελεύθερος Περονισμός. Το βασικό στοιχείο της ακραία νεοφιλελεύθερης πολιτικής του ήταν η σύνδεση του αργεντίνικου πέσο με το αμερικανικό δολάριο σε ισοτιμία ένα προς ένα (Convertibility Plan) που επέβαλλε το 1991. Το αποτέλεσμα ήταν μία εντυπωσιακή μείωση του πληθωρισμού σε λιγότερο από 5% το 1994 και σε ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 4.5% (για την περίοδο 1991 – 95). Ταυτόχρονα όμως υπήρξε μία δραματική αύξηση της φτώχειας και περικοπή των δημόσιων υπηρεσιών.

Η αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια οδήγησε το 1999 σε μία νέα κεντρο-αριστερή κυβέρνηση υπό τον Fernando De la Rúa της Συμμαχίας για την Εργασία, την Δικαιοσύνη και την Εκπαίδευση που υποσχέθηκε φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις. Όμως όταν ανέλαβε την κυβέρνηση αποδέχθηκε πλήρως τις εγχώριες και διεθνείς πιέσεις να διατηρήσει την δολαριοποίηση. Μάλιστα έφερε πίσω σαν υπουργό Οικονομικών τον Μάρτιο του 2001 τον εμπνευστή του Convertibility Plan Domingo Cavallo. Ο τελευταίος εξήγγειλε ένα Σχέδιο Μηδενικού Ελλείμματος (Zero Deficit Plan) που έκοβε τους μισθούς και τις συντάξεις του δημόσιου τομέα κατά 13% και περίκοπτε επίσης τις ομοσπονδικακές επιδοτήσεις προς τις πολιτείες (η Αργεντινή είναι ένα ομοσπονδιακό κράτος). Αυτό προκάλεσε μία έκρηξη κοινωνικών αντιδράσεων με αποκορύφωμα το κίνημα των Piquetero (άνεργοι). Στην ατζέντα των κινημάτων αυτών έμπαινε η ανατροπή των περικοπών, η επανακρατικοποίηση υπηρεσιών και επιχειρήσεων και η άρνηση πληρωμής του εξωτερικού χρέους. Μέσα στο γενικευόμενο χάος, τον Νοέμβριο του 2001, το ΔΝΤ – πιέζοντας από την πλευρά των δυτικών ιμπεριαλιστικών συμφερόντων – απέσυρε την στήριξη του στο οικονομικό πρόγραμμα της κυβέρνησης. Η τελευταία, σε μία απελπισμένη προσπάθεια να σταματήσει την φυγή κεφαλαίων (και φυσικά χωρίς να θέλει να επιβάλλει σχετική απαγόρευση) επέβαλε περιορισμούς στις τραπεζικές αναλήψεις και χρηματικές μεταφορές (το λεγόμενο Corralito). Αυτό έβγαλε πλέον στο δρόμο και τα μεσαία στρώματα που ενώθηκαν με τους άνεργους και τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα. Η κυβέρνηση De la Rúa απάντησε με την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης και με άγρια καταστολή που οδήγησε σε περισσότερους από 20 νεκρούς. Αυτό εκτράχυνε περισσότερο τα πράματα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να σταθεί η κυβέρνηση και έτσι πρώτα ο Cavallo και μετά ο De la Rúa να παραιτηθούν. Ακολούθησε μία σειρά προέδρων που δεν κράταγαν σχεδόν ούτε μία εβδομάδα ενώ η Αργεντινή έκανε στάση πληρωμών τον Δεκέμβριο και υποτίμησε το πέσο κατά περισσότερο από 30% (με περαιτέρω υποτίμηση να ακολουθεί αργότερα). Τελικά ανέλαβε μία μεταβατική κυβέρνηση υπό τον Περονιστή Eduardo Duhalde τον Ιανουάριο του 2002. Ο τελευταίος προσπάθησε να ακολουθήσει μία μετριοπαθή ετερόδοξη οικονομική πολιτική (επικυρώνοντας την στάση πληρωμών και αποσυνδέοντας το πέσο από το δολάριο) και ταυτόχρονα παραμένοντας μέσα στα προγράμματα του ΔΝΤ και της Παγκ. Τράπεζας (δηλαδή μη συγκρουόμενος με το διεθνές πλαίσιο). Υπήρξε μία ανάκαμψη της παραγωγής (λόγω υποκατάστασης εισαγωγών καθώς αυτές μετά την αποσύνδεση έγιναν πολύ ακριβές) αλλά συγχρόνως ο πληθωρισμός αυξήθηκε. Επίσης ο Duhalde επέβαλε την αναγκαστική μετατροπή των δολαριακών καταθέσεων σε πέσο (παρά τις ρητές αντίθετες δηλώσεις του) και αυτό οδήγησε σε νέα έκρηξη κοινωνικής αναταραχής με αποτέλεσμα να εξαναγκασθεί να κηρύξει πρόωρες εκλογές έξι μήνες πριν την ολοκλήρωση της θητείας του (εξέτιε το υπόλοιπο της θητείας του De la Rúa).

Στις εκλογές του 2003 το Περονιστικό κόμμα κατέβηκε με δύο υποψήφιους: τον Menem (που ήρθε πρώτος με 24%, δείχνοντας την ισχύ του νεοφιλελεύθερου μπλοκ) και τον Nestor Kirchner (με 22% και μία αντι-νεοφιλελεύθερη εκλογική πλατφόρμα). Επαναληπτικές εκλογές μεταξύ των δύο πρώτων (καθώς κανείς δεν έλαβε το 45%) δεν έγιναν καθώς αιφνίδια ο Menem παραιτήθηκε οπότε ανέλαβε ο Kirchner.

Συνοπτικά, το νεοφιλελεύθερο εγχείρημα δεύτερης γενεάς κράτησε στην Αργεντινή (με ενδιάμεσα μεσοβέζικα διαλλείματα) από το 1976 μέχρι και το 2001 και οδήγησε την Αργεντινή στην πιο βαθειά οικονομική αλλά και πολιτική κρίση της ιστορίας της. Η κρίση του 2001 οδήγησε σε μία πτώση του ΑΕΠ περίπου κατά 25% και σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα ανεργίας και φτώχειας. Επίσης σε εξαιρετικά υψηλό εξωτερικό χρέος της χώρας. Η μαζική ιδιωτικοποίηση και πώληση σε ξένα κεφάλαια βασικών δημόσιων πόρων, επιχειρήσεων και υπηρεσιών (π.χ. αερομεταφορές, σιδηρόδρομοι, υπεραστικά λεωφορεία, κοινωνική ασφάλιση και ιατρική περίθαλψη, ύδρευση, ενέργεια (πετρέλαιο και αέριο), δημόσια ναυπηγεία, τουρισμός) οδήγησε επίσης σε εκτεταμένη εκβιομηχάνιση καθώς τα τελευταία προέβαιναν σε κλεισίματα και περικοπές (με μαζικές απολύσεις) και εκποίηση περιουσιακών στοιχείων (που είχαν αγοράσει αντί πινακίου φακής) για την πραγματοποίηση κερδοσκοπικών εσόδων.

Ο θεμελιακός όμως λόγος της αποτυχίας και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών ανοικτής οικονομίας είναι ότι η βίαιη επίθεση στην εργασία και το άνοιγμα της οικονομίας (δηλ. η ενεργοποίηση δύο βασικών αντεπιδρουσών δυνάμεων στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους) δεν επιλύουν από μόνες τους την καπιταλιστική κρίση καθώς επηρεάζουν κυρίως την σφαίρα της διανομής και μόνο εμμέσως την σφαίρα της παραγωγής. Είναι όμως η τελευταία αυτή που παίζει τον βασικό ρόλο και η αναγκαία αναδιάρθρωση της σφαίρας αυτής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον από την λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς, αλλά απαιτεί την ενεργή παρέμβαση του κράτους ως συλλογικού κεφαλαιοκράτη. Η εναπόθεση της στα τυφλά κίνητρα των ατομικών κεφαλαίων σπάνια πετυχαίνει το στόχο της και συνήθως εκτροχιάζεται σε υπερβολές και θυσία του συλλογικού συμφέροντος του συστήματος σε επιμέρους καπιταλιστικά συμφέροντα.


3. Το πολιτικό και οικονομικό σχέδιο του Κιρχνερισμού

Με την κυβέρνηση Κίρχνερ (στην αρχή του Nestor και στην συνέχεια της Cristina) η πολιτική και οικονομική κατάσταση στην Αργεντινή ομαλοποιείται.

Το βασικό στοιχείο της νέας πολιτικής που κατορθώνει να σταθεροποιήσει την κατάσταση είναι η ελεγχόμενη σύγκρουση με το διεθνές πλαίσιο και η σχεδόν πλήρης αντικατάσταση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών από ετερόδοξες που χαρακτηρίζονται ως νεο-αναπτυξιακό υπόδειγμα (new developmentalism ή neo-desarrollismo). Μάλιστα τόσο στις αργεντίνικες όσο και στις διεθνείς συζητήσεις αυτό ονομάζεται συχνά Κιρχνερισμός και θεωρείται μία πιο ριζοσπαστική εκδοχή της «ροζ αριστεράς» (pink Left) που είναι αρκετά διαδεδομένη στη Λατινική Αμερική και έχει σαν κεντρικό (και πιο συντηρητικό) παράδειγμα την Βραζιλία του Lula.

Στο σημείο αυτό χρειάζονται ορισμένες διευκρινήσεις που συνήθως, ιδιαίτερα στην ελληνική συζήτηση, χάνονται μέσα σε επιπόλαιες ή/και συγκαλυπτικές αναλύσεις. Ο Κιρχνερισμός ποτέ δεν διεκδίκησε για τον εαυτό του τον χαρακτηρισμό «αριστερή πολιτική». Μπορεί να φλερτάρει κατά το δοκούν με την Αριστερά – τόσο στην Αργεντινή όσο και διεθνώς – και να προσφεύγει στην στήριξη της αλλά το κεντρικό θέμα του είναι η δημιουργία ενός «σοβαρού καπιταλισμού» (Reddy (2014)). Αυτό είναι ένα παλιό μοτίβο του Περονισμού, ήδη από την εποχή του ίδιου του Περόν, που ο Κίρχνερ επανέφερε και ανανέωσε. Τότε σήμαινε την δημιουργία μίας σοβαρής εγχώριας αστικής τάξης σε αντίθεση με τα μεταπρατικά τμήματα. Σήμερα ο αντίπαλος δεν είναι ακριβώς οι «μεταπράτες» αλλά το αεριτζίδικο και διεθνοποιημένο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο (εξ ου και η σχετική δημοφιλία των εσφαλμένων θεωριών της «χρηματιστικοποίησης»). Το πρόταγμα της οικοδόμησης ενός «σοβαρού καπιταλισμού» συνοδεύεται από την επίσης παραδοσιακή Περονιστική επίκληση της ανάγκης δημιουργίας μίας εθνικής αστικής τάξης (χαρακτηριστική η σχετική δήλωση του Κίρχνερ σε συνάντηση του με του Αργεντινούς τραπεζίτες (Reddy (2014)). Ανάλογα πράγματα ισχύουν για το πολιτικό και οικονομικό επιτελείο του Κιρχνερισμού. Για παράδειγμα ο Axel Kicillof που πράγματι ξεκίνησε από τον Μαρξισμό έχει πλέον εγκαταλείψει αυτή την θεωρητική προσέγγιση για χάρη της μετα-κεϋνσιανής θεωρίας (Reddy (2014)). Επίσης, ενώ πράγματι προώθησε την κρατικοποίηση της YPF, προχώρησε στη συνέχεια στην αποζημίωση της μητρικής REPSOL και στην προσπάθεια επαναπροσέγγισης με το διεθνές σύστημα (που διευκόλυνε την κίνηση Griesa).

Οι στόχοι της οικονομικής πολιτικής του Κιρχνερισμού είναι ακόλουθοι:

(α) Ο βασικός στόχος είναι η ανασυγκρότηση του αργεντίνικου καπιταλισμού σε μία πιο αυτοτελή βάση έτσι ώστε να μπορεί να αποτελεί ένα συνεκτικό σύνολο και να μην είναι παντελώς εξαρτημένος από το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα που επιβάλλει τα ιδιαίτερα συμφέροντα των δυτικών κυρίως δυνάμεων και που η εξάρτηση από αυτό οδήγησε την Αργεντινή στην κρίση και στην υποβάθμιση στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Η στροφή σε μία ανοικοδόμηση της εσωτερικής οικονομίας και ιδιαίτερα σε μία αναστροφή της αποβιομηχάνισης είναι χαρακτηριστικό στοιχείο.


(β) Η ανασυγκρότηση αυτή απαιτεί την σύγκρουση με το διεθνές πλαίσιο και τους όρους που είχε επιβάλλει και την επαναδιαπραγμάτευση της σύνδεσης σε ένα απώτερο μέλλον από καλύτερους όρους. Σε αντίβαρο με τους δυτικούς ιμπεριαλισμούς προκρίνεται η σύνδεση με τις άλλες Λατινοαμερικανικές χώρες στα πλαίσια του Mercosur ή ειδικού τύπου σχέσεις με άλλες δυνάμεις (όπως οι πρόσφατες συμφωνίες με την Ρωσία και την Κίνα).


(γ) Η ανασυγκρότηση της εσωτερικής οικονομίας χρειάζεται επίσης ένα μερικό συμβιβασμό με το εργατικό κίνημα (που βασίζεται σε βελτίωση της θέσης των εργαζομένων σε σχέση με την νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα και λελογισμένες παραχωρήσεις). Αυτός ο συμβιβασμός (πάντα υπό την ηγεμονία του κεφαλαίου) χρειάζεται για να αντιμετωπισθούν οι εξωτερικές (από τους δυτικούς ιμπεριαλισμούς) αλλά και οι εσωτερικές (από τα συνδεδεμένα με τους προηγούμενους αργεντίνικα κεφάλαια) πιέσεις. Επίσης, η μετρημένη αναστροφή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας, εκτός από πολιτική και κοινωνική στήριξη, ενισχύει και την εσωτερική ζήτηση.

Οι στόχοι αυτοί πηγάζουν από την ίδια την ταξική βάση του Κιρχνερισμού. Αυτή είναι πρώτα και κύρια τα τμήματα εκείνα της αστικής τάξης που έχουν αρκετή ζωτικότητα και αυτοτέλεια έτσι ώστε όχι μόνο να δουν την υποβάθμιση της Αργεντινής μέσα στο διεθνή καταμερισμό εργασίας αλλά και να έχουν την υλική δυνατότητα (χάρη στους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της Αργεντινής) να μπορούν να συγκρουστούν με τους δυτικούς ιμπεριαλισμούς. Τα τμήματα αυτά – που είχαν συναινέσει αρχικά σε μεγάλο βαθμό στα νεοφιλελεύθερα εγχειρήματα – είδαν το αδιέξοδο τους και αποφάσισαν να ακολουθήσουν ένα ρηξικέλευθο δρόμο που δεν τους ήταν εντελώς άγνωστος: την επιστροφή, αλλά με νέους όρους, του αναπτυξιακού υποδείγματος. Η επιλογή αυτή έγινε μετά από πολλές ταλαντεύσεις που εκφράσθηκαν στην πολιτική και οικονομική αστάθεια του 2001-3. Όλες σχεδόν οι βραχύβιες και διωγμένες από τις λαϊκές κινητοποιήσεις της περιόδου αυτής κυβερνήσεις επαγγέλθηκαν αντι-νεοφιλελεύθερες και ετερόδοξες πολιτικές. Όταν δεν πρόδιδαν τις επαγγελίες τους αμέσως μετά την εκλογή τους, τότε δίσταζαν τραγικά να συγκρουστούν με το διεθνές σύστημα και να διώξουν το ΔΝΤ. Παραδείγματος χάριν, ακόμη και όταν είχε γίνει η στάση πληρωμών – για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα – ο δανεισμός, ο έλεγχος και οι δεσμεύσεις του ΔΝΤ παρέμειναν. Μόνον εμπρός στο ολοκληρωτικό αδιέξοδο αποφάσισαν να τολμήσουν οι μερίδες αυτές της αργεντίνικης αστικής τάξης. Ο Κίρχνερ παρουσιάσθηκε ακριβώς σε εκείνη τη στιγμή και πρόβαλλε ένα πολύ πιο ριζοσπαστικό πρόγραμμα διεξόδου που τολμούσε να συγκρουστεί με το διεθνές σύστημα. Ακριβώς επειδή τα άλλα προγράμματα είχαν πλέον αποτύχει – και βέβαια η αργεντίνικη Αριστερά απέτυχε να προβάλλει ένα ρεαλιστικό δικό της πρόγραμμα – κατάφερε να υπερκεράσει τον Duhalde (που τον ήθελε για πιόνι ώστε να εξουδετερώσει τον Menem) και να επικρατήσει. Η ισχύς του Κιρχνερισμού προέκυπτε όχι μόνο γιατί τόλμησε να κάνει αυτή την «εσωτερική επανάσταση» μέσα στην αστική τάξη αλλά και γιατί κατόρθωσε να ηγεμονεύσει πάνω στο εργατικό και το λαϊκό κίνημα που αγωνιζόταν μεν αλλά χωρίς ένα συγκροτημένο και ηγεμονικό πολιτικό πρόγραμμα. Αυτή η ανασυγκρότηση του αργεντίνικου πολιτικού συστήματος έγινε σε μεγάλο βαθμό με την προσφυγή στο δεύτερης σειράς προσωπικό του (τους κυβερνήτες πολιτειών) καθώς το πρώτης σειράς προσωπικό είχε φθαρεί ανεπανόρθωτα. Μόνο με τον τρόπο αυτό κατορθώθηκε να υπερκερασθεί η πάνδημη απαίτηση «Να φύγουν όλοι» (Que se vayan todos).

Το τμήμα αυτό της αργεντίνικης αστικής τάξης, ακριβώς λόγω των αδυναμιών της Αριστεράς, κατόρθωσε να ηγεμονεύσει πάνω στο εργατικό και λαϊκό κίνημα και πάνω στα μικρομεσαία στρώματα. Τα μικρομεσαία στρώματα, που κινδύνευαν άμεσα με προλεταριοποίηση – ιδιαίτερα μετά και την μετατροπή σε πέσο των δολαριακών καταθέσεων τους – είχαν βγει μαζικά στους δρόμους (καθώς οι «διαδηλώσεις της κατσαρόλας» ήταν κυρίως δικός τους τρόπος κινητοποίησης). Η σταθεροποίηση που υποσχόταν ο Κιρχνερισμός, η υπόσχεση σταδιακής βελτίωσης της θέσης τους και η αποφυγή της προλεταριοποίησης στην οποία τους οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια η νεοφιλελεύθερη αποτυχία και πάνω απ’ όλα η απουσία κάποια άλλης ρεαλιστικής εναλλακτικής διεξόδου ήταν περισσότερο από αρκετοί λόγοι για να προσχωρήσουν στον Κιρχνερισμό.

Με το εργατικό και το λαϊκό κίνημα ο Κιρχνερισμός κατ’ αρχήν χρησιμοποίησε την παραδοσιακή πάλαι ποτέ κραταιά Περονιστική συνδικαλιστική γραφειοκρατική που όμως είχε διατηρήσει στοιχεία της ισχύος της. Προχώρησε όμως και παραπέρα στις νέες μορφές κινημάτων που είχαν εμφανισθεί και – πατώντας πάνω στον αυθόρμητο και κινηματικό χαρακτήρα τους αλλά και στα αδύναμα πολιτικά χαρακτηριστικά τους – κατόρθωσε να ενσωματώσει τμήματα τους μέσω ιδιαίτερα των προγραμμάτων κοινωνικής στήριξης στις φτωχογειτονιές που ήταν η βάση των κινημάτων αυτών. Αυτό επηρέασε ιδιαίτερα το κίνημα των piqueteros καθώς υπολογίζεται ότι το 8% του πληθυσμού που λαμβάνει το επίδομα Jefas y Jefas είναι piqueteros και το ποσοστό αυτό αυξάνει αν υπολογίσει κανείς άτυπους και οικογενειακούς δεσμούς (Godio (2004)). Επιπλέον, «μετριοπαθή» κινήματα piquetero (όπως το Agrupación Barrios de Pie) ελέγχουν άμεσα σημαντικά προγράμματα υποδομών και ανάπτυξης στις φτωχογειτονιές του Μπουένος Άιρες. Τέλος, ένας αρχηγός ενός τέτοιου «μετριοπαθούς» κινήματος (ο Luis D’Elia του Fundación Tierra y Vivienda (FTV)) ανέλαβε το υπουργείο σχεδιασμού (Godio (2004)).

Ορθά έχει επισημανθεί (π.χ. (Wylde (2010)) ότι ο Κιρχνερισμός αποτελεί μία διαφορετική πολιτικο-οικονομική πρόταση τόσο από τον παραδοσιακό Περονισμό όσο και από τον Μενεμισμό (δηλαδή τον νεοφιλελεύθερο Περονισμό του 1990). Οι διαφορές με τον δεύτερο είναι εξόφθαλμες. Οι διαφορές όμως με τον πρώτο δεν είναι ιδιαίτερα γνωστές στη χώρα μας και δεν συζητιούνται από διάφορους ειδήμονες (μνημονιακούς και αντι-μνημονιακούς). Και οι δύο στηρίζονται στο αναπτυξιακό υπόδειγμα, έρχονται σε μερική (παρά τις όποιες κατά καιρούς αντι-ιμπεριαλιστικές «κορώνες») σύγκρουση με τους δυτικούς ιμπεριαλισμούς, στηρίζουν την ενδυνάμωση του εγχώριου καπιταλισμού και ακολουθούν μία πολιτική ελεγχόμενων παραχωρήσεων προς την εργατική τάξη. Όμως, ενώ ο παραδοσιακός Περονισμός έδωσε προτεραιότητα στον κρατικό παρεμβατισμό, ενσωμάτωσε την συνδικαλιστική γραφειοκρατία μέσα στο κράτος, εφάρμοσε ένα σύστημα κοινωνικής πρόνοιας καθολικών παροχών και λειτούργησε με συστηματικά ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, ο Κιρχνερισμός λειτουργεί διαφορετικά.

Κατ’ αρχήν δίνει μόνο επιλεκτικά και όχι καθολικά προτεραιότητα στον κρατικό παρεμβατισμό και η έμφαση του είναι σε μίγματα δημόσιων και ιδιωτικών παρεμβάσεων. Ακόμη, ο προστατευτισμός της εσωτερικής οικονομίας είναι επιλεκτικός και όχι γενικευμένος. Ενώ ο παραδοσιακός Περονισμός εφάρμοσε πολιτικές Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Εκβιομηχάνισης με κατά βάση κλείσιμο της οικονομίας και γενικευμένη προστασία της (με δασμούς στις εισαγωγές κλπ.), ο Κιρχνερισμός δεν κλείνει την οικονομία αλλά ακολουθεί μία πιο ήπια και έμμεση προστατευτική πολιτική. Όπως υποστηρίζει ο Helleiner (2003), υπάρχει ένα διαφορετικό καλούπι πολιτικής όπου συνδυάζεται ένα επιλεκτικός προστατευτισμός με στοχευμένο κρατικό παρεμβατισμό. Επίσης, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη δημοσιονομική πειθαρχία. Επιπρόσθετα, η σχέση του Κιρχνερισμού με την συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι επιλεκτική, επίσης, και δεν την ενσωματώνει συνολικά στις κρατικές δομές.

Στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής ο Κιρχνερισμός δεν εφαρμόζει καθολικά και γενικευμένα συστήματα κοινωνικής προστασίας αλλά παρόμοιες με τις νεοφιλελεύθερης έμπνευσης «στοχευμένες πολιτικές» σε συγκεκριμένες ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Προγράμματα (όπως το Plan Familias και το Planes Trabajar) δεν αποτελούν ενεργητικές πολιτικές κοινωνικής προστασίας αλλά ακολουθούν την λογική της κοινωνικής αγοράς (social market) που αποσκοπεί να διασώσει όσους πέφτουν πολύ χαμηλά από το να καταλήξουν στην απόλυτη φτώχεια (Beccaria et al. (2007)).

Παρά την ρητορική οι εθνικοποιήσεις δεν ήταν συστηματικές ούτε γενικευμένες. Είναι γεγονός ότι μία σειρά σημαντικές επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιήθηκαν την δεκαετία του 1990 επανακρατικοποιήθηκαν από το 2003 και μετά (π.χ. ταχυδρομεία, ύδρευση του Μπουένος Άιρες, ασφαλιστικά ταμεία, αερομεταφορές, εταιρεία πετρελαίου). Όμως εξακολουθεί πάντα να υπάρχει σημαντική ξένη παρουσία στην οικονομία της Αργεντινής. Ο Κιρχνερισμός είναι μεν εχθρικός απέναντι στις πολυεθνικές εταιρείες κυρίως της Δύσης αλλά διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με τις ξένες επιχειρήσεις και συμφέροντα που έχουν μία μακρά και σταθερή παρουσία μέσα στην οικονομία της Αργεντινής.

Η οικονομική πολιτική του Κιρχνερισμού – η οποία αρχικά εκπονήθηκε από τον πρώτο υπουργό οικονομικών του Lavagna (ο οποίος σημειωτέον ήταν και υπουργός οικονομικών του Duhalde) – βασίζεται σε 5 κεντρικούς πυλώνες:
  1. Την πολιτική της σταθερής και ανταγωνιστικής πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας (SCRER (stable and competitive real exchange rate). Πρόκειται για ένα σύστημα ελεγχόμενης ισοτιμίας του πέσο έτσι ώστε να μην παρουσιάζει απρόσμενες διακυμάνσεις αλλά ταυτόχρονα να στηρίζει την ανταγωνιστικότητα των εγχώριων εξαγωγικών επιχειρήσεων.
  2.  Την επίτευξη πλεονασμάτων τόσο στο δημοσιονομικό ισοζύγιο όσο και στο ισοζύγιο εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών.
  3. Την αύξηση των συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας.
  4. Την επιτυχή χρεωκοπία όσον αφορά το εξωτερικό χρέος της χώρας (που οδήγησε στην επαναδιαπραγμάτευση και την αναδιάρθρωση του το 2005).
  5. Μία σειρά προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας για να αποφευχθεί η κατακρήμνιση τμημάτων του πληθυσμού σε δραματικές καταστάσεις φτώχειας.
  6. Μία διακριτική βιομηχανική πολιτική ενίσχυσης των εγχώριων παραγωγικών δραστηριοτήτων και προστασίας τους από τον εξωτερικό ανταγωνισμό.

Η οικονομική πολιτική του Κιρχνερισμού απέφερε αξιοσημείωτες επιτυχίες, ιδιαίτερα συγκρινόμενη με τη νεοφιλελεύθερη προκάτοχο της. Το Εθνικό Ακαθάριστο Προϊόν της Αργεντινής αυξήθηκε κατά 60% μέσα σε μια δεκαετία (από το 2001) και ο ρυθμός ανάπτυξής της υστερούσε, για όλη εκείνη την περίοδο, μόνο σε σχέση με αυτόν της Κίνας. Έτσι σήμερα η Αργεντινή είναι η 3η μεγαλύτερη λατινο-αμερικάνικη οικονομία. Αντίστοιχα, το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι σχεδόν διπλάσιο από αυτό του 2003 και πάνω από 30% υψηλότερο από το καλύτερο επίπεδο του επί νεοφιλελευθερισμού. Το δημόσιο χρέος έχει μειωθεί από το 169% στο 49%. Η ανεργία μειώθηκε από 25% το 2001 στο 7,2% το 2013. Ακόμη, το ποσοστό των πολιτών της χώρας που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας μειώθηκε από 36% σε 22%. Το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ έχει αυξηθεί (από το χαμηλό 34% το 2003 κινείται από το 2012 σε επίπεδα πάνω από 46%). Το εμπορικό ισοζύγιο είναι θετικό και μάλιστα με εντυπωσιακές επιδόσεις συγκρινόμενο με τα άθλια αποτελέσματα της νεοφιλελεύθερης περιόδου. Ανάλογη, αλλά λιγότερο εντυπωσιακή είναι η πορεία του ισοζυγίου εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών.

Βέβαια οι επιτυχίες αυτές δεν είναι χωρίς προβλήματα. Η μείωση της ανεργίας συνοδεύεται με την παραμονή πολλών χαρακτηριστικών της αγοράς εργασίας που κληροδότησε ο νεοφιλελευθερισμός και που δεν ανατράπηκαν. Οι νέες θέσεις εργασίας είναι αρκετά κακοπληρωμένες και με άσχημες εργασιακές συνθήκες. Η ανασφάλιστη εργασία υπολογίζεται ότι βρίσκεται σταθερά από το 2005 στο 47.5%. Επίσης η ανεργία είναι πάρα πολύ υψηλή στους νέους. Ο πληθωρισμός επίσης είναι αρκετά υψηλός (πάνω από 10%). Ακόμη, παρά τις πολιτικές «κορώνες», το μεγαλύτερο τμήμα των χρηματοοικονομικών πόρων της χώρας δεν πήγε σε προγράμματα στήριξης αλλά στην αποπληρωμή των δανειστών της χώρας.

Είναι επίσης γεγονός ότι οι εξαγωγικές επιδόσεις της Αργεντινής βοηθήθηκαν ιδιαίτερα από τις ανοδικές τιμές των πρωτογενών προϊόντων μετά το 2001 (και ιδιαίτερα της σόγιας). Όμως είναι εσφαλμένες οι κριτικές τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά, ότι μόνο οι τελευταίες οδήγησαν στις καλές επιδόσεις στο εμπορικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών. Κατ’ αρχήν υπήρξε σημαντική υποκατάσταση εισαγωγών. Επιπλέον, η χρήση του SCRER βοήθησε συνολικά τις εξαγωγικές επιδόσεις. Αυτό φαίνεται και από την ανάπτυξη των μη-παραδοσιακών κλάδων (π.χ. αγροτικά μηχανήματα, ηλεκτρικός εξοπλισμός) σε σχέση με τα παραδοσιακά εξαγωγικά προϊόντα.

Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 2008 επηρέασε την Αργεντινή κυρίως όσον αφορά τις εξαγωγικές επιδόσεις της και πολύ λίγο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα (καθώς το τελευταίο λόγω της χρεωκοπίας του 2001 παρέμενε εν πολλοίς αποκομμένο από τις διεθνείς χρηματαγορές). Η πτώση των τιμών των εμπορευμάτων (commodities) έπληξε την Αργεντινή αν και σχετικά λιγότερο καθώς εξάγει ιδιαίτερα αγροτο-κτηνοτροφικά προϊόντα που επηρεάσθηκαν λιγότερο.

Εν κατακλείδι, ο Κιρχνερισμός κατόρθωσε να σταθεροποιήσει τον αργεντίνικο καπιταλισμό και να τον οδηγήσει σε μία αξιοσημείωτη ανάκαμψη βελτιώνοντας συγχρόνως την θέση των εργαζομένων. Βέβαια η επιτυχίες αυτές είναι ασύμμετρες. Τα οφέλη για το σύστημα είναι δυσανάλογα περισσότερα απ’ ότι για τους δεύτερους (που εξακολουθούν να επωμίζονται σημαντικό τμήμα του τιμήματος αυτών των επιτυχιών).

Όμως η πολιτική του Κιρχνερισμού φαίνεται να έχει φθάσει σήμερα στα όρια της και γι’ αυτό έχει ανοίξει και η σχετική συζήτηση για «το τέλος του Κιρχνερισμού».

Κατ’ αρχήν η σύγκρουση με το ηγεμονευόμενο από την Δύση διεθνές σύστημα είναι επιλεκτική και με στόχο την επανασύνδεση αλλά με καλύτερους όρους. Αυτό οδήγησε στην σπατάλη των συναλλαγματικών αποθεμάτων για την αποπληρωμή του αναδιαρθρωμένου χρέους και έριξε την χώρα στην παγίδα των κερδοσκόπων – «όρνεων» και της αμερικάνικης πολιτικής (με την απόφαση Griesa). Η αναδιάρθρωση του εξωτερικού χρέους (δηλαδή η συμφωνία με τους ξένους δανειστές για κούρεμα κατά 70% των χρεογράφων τους με την επανέκδοση νέων που υπόκεινται στο αμερικανικό δίκαιο και με την ρήτρα RUFO (δηλαδή ότι δεν μπορεί να δοθεί καλύτερη συμφωνία στους άλλους δανειστές που δεν συμφώνησαν στην αναδιάρθρωση) έδωσε την δυνατότητα στο διεθνές σύστημα να εκβιάσει με άλλους τρόπους. Η απόφαση Griesa δείχνει ότι η Δύση δεν συγχωρεί αταξίες και μάλιστα αν αυτές δίνουν το «κακό» παράδειγμα και σε άλλους. Η κίνηση αυτή (σε αντίθεση με αυτά που έχει υποστηρίξει ο Γ.Βαρουφάκης και θα δούμε παρακάτω) βασίζεται στην μακροχρόνια προετοιμασία των ΗΠΑ για να ελέγξουν τον παιχνίδι των διεθνών χρεωκοπιών. Η προετοιμασία αυτή ξεκίνησε με τα ομόλογα Brady και συνεχίζεται με την αυθαίρετη αλλά πραγματική άτυπη επιβολή της νομολογίας των δικαστηρίων των ΗΠΑ για τις χρεωκοπίες σαν διεθνή κανόνα. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την ηγεμονική κίνηση παίζει ο ρόλος του δολαρίου σαν διεθνές αποθεματικό νόμισμα και η κυριαρχία των ΗΠΑ στις διεθνείς κεφαλαιαγορές μέσω και του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. Συνοπτικά, οι ΗΠΑ έχουν συνειδητοποιήσει ήδη από τις κρίσεις της δεκαετίας του 1990 ότι το πρόβλημα των χρεωκοπιών κυρίαρχων κρατών – λόγω των νεοφιλελεύθερων πολιτικών – έρχεται στο προσκήνιο και προσπαθούν να πάρουν μέτρα για την ελεγχόμενη διαχείριση του. Στόχος του είναι να μπορούν να γίνουν συντεταγμένες αναδιαρθρώσεις χρέους (άλλωστε περιλαμβάνονται στον τσελεμεντέ των Προγραμμάτων Δομικής Αναδιάρθρωσης του ΔΝΤ) που όμως να διατηρούν την ηγεμονία των ΗΠΑ στις εμπλεκόμενες χώρες και, εάν είναι δυνατόν, οι τελευταίες αντί για θύτης (που είναι στην πραγματικότητα έχοντας δημιουργήσει το σημερινό διεθνές πλαίσιο) να εμφανίζονται και σαν σωτήρες. Οι συζητήσεις τόσο μέσα στις ΗΠΑ (για αναπροσαρμογή του πτωχευτικού δικαίου έτσι ώστε να μην είναι εξόφθαλμα υπέρ των δανειστών) όσο και μέσα στο ΔΝΤ (με πρωτοβουλία μάλιστα της νεοφιλελεύθερης A.Krueger για μία νέα προσέγγιση την αναδιάρθρωση του κρατικού χρέους) κινούνται στην κατεύθυνση αυτή. Στο παιχνίδι αυτό μπλέχθηκε ο Κιρχνερισμός – μέσα από τα πολλά πρόσωπα που έχει ο Ιανός της αμερικανικής πολιτικής) ξεχνώντας ότι οι ηγεμόνες δεν συγχωρούν τις αταξίες ακόμη και αν στο τέλος καταλήξουν σε παραπλήσιες λύσεις.

Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι όσο σταθεροποιείται ο αργεντίνικος καπιταλισμός τόσο φεύγει ο φόβος από τα αργεντίνικα κεφάλαια και τα πιο ισχυρά και πιο διεθνοποιημένα από αυτά ξεθαρρεύουν και απαιτούν το τέλος της «σοσιαλμανίας» και την επανευθυγράμμιση με το διεθνές σύστημα. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του τομέα της σόγιας. Από τότε που ο Μένεμ επέτρεψε τις γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες ο τομέας αυτός έχει αναπτυχθεί εξαιρετικά. Είναι ένας τομέας εξαιρετικά μονοπωλιακός όπου μία φούχτα μεγάλων επιχειρήσεων κυριαρχεί πάνω σε ένα αριθμό μικρών παραγωγών (που όμως εκφράζουν εξαιρετικά συντηρητικά αγροτικά στρώματα). Είναι πολύ διεθνοποιημένος και ωφελήθηκε τα μέγιστα τόσο από το SCRER συσσωρεύοντας υπερκέρδη. Το 2008 Η Cristina Kirchner συγκρούστηκε με τους βαρόνους της σόγιας καθώς προσπάθησε να επιβάλλει ένα κυλιόμενο φόρο εξαγωγών έτσι ώστε να ενισχύσει τα κρατικά έσοδα και συναλλαγματικά διαθέσιμα (για να αποπληρωθούν οι διεθνείς πιστωτές). Οι βαρόνοι της σόγιας κατόρθωσαν να κινητοποιήσουν τους αγροτικούς πληθυσμούς και με μαζικότατες κινητοποιήσεις περιόρισαν την ροή αγροτικών προϊόντων προς τα αστικά κέντρα. Το αποτέλεσμα ήταν η Cristina Kirchner να υποχωρήσει επιβάλλοντας μόνον ένα σταθερό φόρο. Γενικά, όσο οι πιο δυναμικοί αργεντίνικοι κλάδοι στέκονται στα πόδια τους και συνδέονται με τις περιφερειακές και διεθνείς αγορές τόσο η ανταγωνιστικότητα τους γίνεται πιο σημαντική από την προστασία της εσωτερικής αγοράς. Τότε οι μισθολογικές αυξήσεις του Κιρχνερισμού, από ευλογία λόγω της διεύρυνσης της εσωτερικής αγοράς γίνονται εμπόδιο λόγω αύξησης του κόστους. Επίσης, ο συνακόλουθος εσωτερικός πληθωρισμός επιβαρύνει την διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Με λίγα λόγια, το ίδιο το πολιτικο-οικονομικό πρόγραμμα του Κιρχνερισμού αυτοϋπονομεύεται καθώς η επιτυχία του οδηγεί στην όξυνση των εσωτερικών αντιφάσεων του. Αφενός, η ελεγχόμενη σύγκρουση με το δυτικό διεθνές σύστημα, από την στιγμή που χαλαρώνει, οδηγείται σε παγίδες. Αφετέρου, η μισο-δημόσια μισο-ιδιωτική ανασυγκρότηση της εσωτερικής οικονομίας καταλήγει σε συγκρούσεις καθώς το ανασυγκροτημένο ιδιωτικό κεφάλαιο παλεύει για την αποτίναξη του κρατικού ελέγχου.

Όλα αυτά φάνηκαν καθαρότερα μετά την εκλογή της Cristina Kirchner όπου ο Κιρχνερισμός βρέθηκε εμπρός στις απαιτήσεις τμημάτων του κεφαλαίου και των μεσαίων στρωμάτων για πλήρη επανασύνδεση με το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα που εκφράσθηκε, μεταξύ άλλων, με την αυξημένη ζήτηση για ξένο συνάλλαγμα. Επιπλέον όμως δοκιμάσθηκε και από εργατικές κινητοποιήσεις που απαιτούν περαιτέρω βελτίωση της θέσης των εργαζομένων. Ομολογουμένως, ο Κιρχνερισμός αντί να απαντήσει στο πρόβλημα αυτό με μία ορθόδοξη πολιτική (περιοριστική νομισματική πολιτική με αύξηση των επιτοκίων, λιτότητας στους μισθούς και υποτίμηση του νομίσματος) ακολούθησε μία ετερόδοξη πολιτική ελέγχου των εισαγωγών φορολογίας των εξαγωγών και εξοικονόμησης συναλλάγματος. Αυτό οδήγησε σε αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό (π.χ. με τις μεγάλες επιχειρήσεις εξαγωγής σόγιας αλλά και με μεσαία επιχειρηματικά αγροτικά στρώματα).

Ορθά επισημαίνει ο Reddy (2014) ότι ο Κιρχνερισμός δεν έχει σοσιαλιστική προοπτική αλλά στόχο ένα «σοβαρό καπιταλισμό». Και ο τελευταίος φαίνεται, ιδιαίτερα μετά την παγκ. καπιταλιστική κρίση κερδοφορίας του 2007-8, να απαιτεί εξορθολογισμό και αποπληθωρισμό με επιβάρυνση της θέσης των εργαζομένων. Βέβαια, αν οι παλιοί σύντροφοι του Kiciloff δεν περιμένουν να επιστρέψει στις παλιές επαναστατικές του ιδέες, οι πρώτες κινήσεις του Κιρχνερισμού δεν περιλαμβάνουν μέτρα λιτότητας αλλά αντίθετα ακολουθούν μία μετα-κεϋνσιανή κατεύθυνση με κρατικά προγράμματα τόνωσης της απασχόλησης και ενίσχυσης των επιχειρήσεων (Reddy (2014)). Επίσης, αρνήθηκε την εφαρμογή της απόφασης Griesa και ξανασυγκρούσθηκε με το δυτικό διεθνές σύστημα. Όμως, όπως συχνά συμβαίνει στην πολιτική, πριν από μία δεξιά στροφή προηγείται ένα αριστερό φλας. Ιδιαίτερα στη σύγκρουση με το δυτικό διεθνές σύστημα πολλά λέγονται για το 2015 (που λήγει η ρήτρα RUFO).

Πάρα πολλά πράγματα θα κριθούν από το τι πίεση θα έχει ο Κιρχνερισμός από τα αριστερά και από το εργατικό και λαϊκό κίνημα. Το τελευταίο παραμένει πάντα ισχυρό – παρά την απουσία πολιτικής κατεύθυνσης – καθώς η εμπειρία των κινητοποιήσεων και των καταλήψεων εργοστασίων (παρά την άδοξη κατάληψη των περισσότερων) παραμένει ζωντανή. Σε προηγούμενες περιπτώσεις (π.χ. σε διάφορες επανακρατικοποιήσεις) το εργατικό και λαϊκό κίνημα έπαιξε ένα καθοριστικό ρόλο για να γίνουν με όχι πολύ ευμενείς όρους για το κεφάλαιο.

Στο πολιτικό επίπεδο στις πρόσφατες εκλογές (Οκτώβριος 2013) το Μέτωπο της Νίκης της Cristina Kirchner πήρε μόλις 33% (χάνοντας 20% από τις προ διετίας επιδόσεις του) ενώ ενισχύθηκαν τόσο οι δεξιές πτέρυγες (ο δεξιός Περονιστής Sergio Massa κέρδισε το Μπουένος Άιρες) όσο και οι αριστερές (με το τροτσκιστικό μέτωπο του FIT σαν βασικό κερδισμένο).

4. Η ελληνική Αριστερά και η Αργεντινή: παθήματα που δεν γίνονται μαθήματα;

Η περίπτωση της Αργεντινής προσφέρει μία σειρά πολύτιμα μαθήματα για την ελληνική Αριστερά λόγω των πολλών ομοιοτήτων μεταξύ των δύο χωρών (χωρίς να υποβαθμίζονται οι σημαντικές επίσης διαφορές τους) καθώς και της χρονικής εγγύτητας της κρίσης τους. Δυστυχώς, ελάχιστα έχει αξιοποιηθεί. Οι βασικές σχετικές προβληματικές μέσα στην ελληνική Αριστερά είναι επιπόλαιες, παραγνωρίζουν σημαντικές πλευρές της αργεντίνικης εμπειρίας και κυρίως στοχεύουν να δικαιολογήσουν τις κοντόθωρες και αδιέξοδες πολιτικές των φορέων τους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται συστηματικά σε διάφορα αριστερούλικα πυροτεχνήματα για το τι καλά τα κατάφερε η Αργεντινή (με χαρακτηριστικές σχετικές δηλώσεις του Α.Τσίπρα) αλλά δεν ξεκαθαρίζει ούτε τι έκανε σωστά η Αργεντινή ούτε ποια είναι τα ενδεχόμενα λάθη ή παραλείψεις της. Έτσι στηρίζει άκριτα τον Κιρχνερισμό χωρίς όμως να δηλώνει κάποια ουσιαστική προγραμματική δέσμευση. Σκιαμαχεί με τα συστημικά και μνημονιακά πολιτικά και δημοσιογραφικά παπαγαλάκια αλλά δεν δηλώνει το δικό του πρόγραμμα. Δύο είναι τα βασικότερα προβλήματα στις πολυποίκιλες παρεμβάσεις από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ. Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι ο ίδιος προγραμματικά δεν δεσμεύεται έστω σε αυτό που τόλμησε ο Κιρχνερισμός: την σύγκρουση (έστω και ελεγχόμενη) με το δυτικό διεθνές σύστημα (και εν προκειμένω με την ΕΕ). Ο Κιρχνερισμός αποτόλμησε να συγκρουστεί και αυτό τον διαφοροποίησε και τον έσωσε πολιτικά σε σχέση με όλες τις άλλες αντι-νεοφιλελεύθερες πλατφόρμες και προεδρίες πριν από αυτόν που κατέρρεαν σωρηδόν και ταχύτατα λόγω της κοινωνικής αγανάκτησης. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδέχεται την κόκκινη γραμμή της ΕΕ και ευελπιστεί σε μία συναινετική επαναδιαπραγμάτευση μαζί της: «η παρθένα με τον σατανά» όπως έλεγε και ένα παλιό άσμα. Βέβαια, την ίδια ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ λεονταρίζει απέναντι στα συστημικά φερέφωνα οι πιο «ψύχραιμες» φωνές στο εσωτερικό του κλείνουν το μάτι ότι μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν θα προβεί σε εξαλλοσύνες με τους ευρωπαίους «εταίρους». Θα είχε αλήθεια ενδιαφέρον να εξηγηθεί ποιες από τις οικονομικές πολιτικές του Κιρχνερισμού (π.χ. ανταγωνιστική ισοτιμία, διακριτική βιομηχανική πολιτική, προστατευτισμός κλπ.) μπορούν να εφαρμοσθούν μέσα στα πλαίσια της ΕΕ. Ουσιαστικά καμία σχεδόν. Το δεύτερο πρόβλημα των τοποθετήσεων του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν διευκρινίζει σε τι διαφέρει, στο βαθμό που ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται ως Αριστερά, από τον κεντρο-αριστερό Κιρχνερισμό. Αποδέχεται τον στόχο του «σοβαρού καπιταλισμού» (όπως διάφορα φραστικά πυροτεχνήματα του Α.Τσίπρα υπαινίσσονται); Η πολιτική του πρόταση έχει, έστω κατά τάση, μία σοσιαλιστική προοπτική; Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν λέγεται και απλά αφήνονται οι αριστερές συνιστώσες να παίζουν τον ρόλο της οπισθοφυλακής.

Η ηγεσία του ΚΚΕ και στο θέμα της Αργεντινής ακολουθεί την σεκταριστική και λικβινταριστική πολιτική που έχει όλα αυτά τα χρόνια. Με μία σειρά παλιότερων και πρόσφατων άρθρων (που διακρίνονται για την ασύγγνωστη άγνοια της αργεντίνικης κατάστασης) εξισώνει βλακωδώς τον Κιρχνερισμό με τον νεο-φιλελευθερισμό σαν πολιτικές αστικής διαχείρισης και θεωρεί ότι η εργατική τάξη είναι το ίδιο άσχημα είτε με τον ένα είτε με τον άλλο. Και φυσικά καταλήγει ότι μόνη λύση είναι ο σοσιαλισμός για τον οποίο όμως δεν λέει κουβέντα – είτε στην περίπτωση της Αργεντινής είτε στην Ελλάδα – για το πώς μπορεί να έρθει. Στην πράξη μάλιστα, στην αντιπαράθεση για το ζήτημα της Αργεντινής με τα συστημικά φερέφωνα ουσιαστικά έριξε νερό στο μύλο τους (όπως άλλωστε έχει κάνει και σε πάρα πολλά άλλα ζητήματα). Με τον τρόπο αυτό σπέρνει την απογοήτευση, την ηττοπάθεια και την διάλυση μέσα στις λαϊκές μάζες και στο κίνημα.

Η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά (και ιδιαίτερα οι «μεγάλες κυρίες» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) δείχνει χαμένη κάπου στη μετάφραση, ταλαντευόμενη ανάμεσα σε κινηματίστικες και συναισθηματικές υποστηρίξεις της Αργεντινής (χωρίς κριτικές στον Κιρχνερισμό) και χιλιαστικές αναλύσεις ανάλογες με αυτές του Περισσού (αλλά διατυπωμένες με μία πιο κινηματιστική «ευαισθησία»).

Όμως σοβαρά προβλήματα έχουν και οι αναλύσεις μίας σειράς διανοουμένων με δημοφιλία μέσα στο αντι-μνημονιακό κίνημα. Συνήθως χαρακτηρίζονται από μία συναισθηματική στήριξη στην Αργεντινή απέναντι στα συστημικά φερέφωνα που όμως δεν βλέπει τις αντιφάσεις και τα προβλήματα του Κιρχνερισμού. Είναι χαρακτηριστικές οι τοποθετήσεις του Γ.Βαρουφάκη και του Κ.Λαπαβίτσα για το ζήτημα της Αργεντινής.

Ο Γ.Βαρουφάκης, σε μία σειρά τοποθετήσεις του, υποστήριξε την Αργεντινή και την άρνηση της να συμμορφωθεί με την απόφαση Griesa. Όμως, μέσα στις τοποθετήσεις του υπήρχαν και δύο άλλα ενδιαφέροντα και εξαιρετικά προβληματικά στοιχεία. Πρώτον, επέκρινε την πολιτική εθνικοποιήσεων της κυβέρνησης Κίρχνερ χωρίς να αιτιολογεί περαιτέρω την κριτική του. Δεύτερον, υποστήριξε ότι σύμφωνα με αμερικανικές πληροφορίες που του δόθηκαν η απόφαση Griesa μπορεί να είναι και για καλό καθώς «κάνει πάσα» στην αμερικανική κυβέρνηση για να διορθώσει το πτωχευτικό δίκαιο που είναι υπέρμετρα ευνοϊκό έναντι των δανειστών.

Όσον αφορά την κριτική στην υποτιθέμενη «σοσιαλμανία» του Κιρχνερισμού – όποια και αν είναι η αιτιολογία της (π.χ. επιδείνωση των σχέσεων με το διεθνές σύστημα ή/και αντι-παραγωγικές επιπτώσεις στο εσωτερικό) είναι λανθασμένη. Όπως δείχθηκε στην ενότητα 3 («Το πολιτικό και οικονομικό σχέδιο του Κιρχνερισμού) δεν υπάρχει κάποια «σοσιαλμανία» αλλά περισσότερο κάποιες αναγκαστικές κινήσεις για να εξασφαλισθεί ένα συνεκτικό εθνικό παραγωγικό μοντέλο. Οι κινήσεις αυτές συνοδεύονται από προσπάθειες συνδιαλλαγής με τους ιδιοκτήτες των εθνικοποιούμενων επιχειρήσεων. Επιπλέον, από την σκοπιά της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας, η απουσία ενός τέτοιου βραχίονα (δηλαδή ενός προγράμματος εθνικοποίησης τουλάχιστον των βασικών στρατηγικών κλάδων) είναι που φορτώνει βάρη στους εργαζόμενους και στρατηγικά λειτουργεί για την σταθεροποίηση του καπιταλιστικού συστήματος. Βέβαια, ο Γ.Βαρουφάκης δεν μίλησε ποτέ από τη σκοπιά μίας σοσιαλιστικής προοπτικής. Όμως και σε πρακτικό επίπεδο η απουσία ενός τέτοιου προγράμματος (έστω στα επίπεδα του παραδοσιακού Περονισμού) είναι που οξύνει τις εσωτερικές αντιφάσεις του Κιρχνερισμού και θέτει επί τάπητος το ζήτημα του τέλους του.

Όσον αφορά την απόφαση Griesa, η θέση του Γ.Βαρουφάκη καλλιεργεί ψευδαισθήσεις για το ρόλο και την λειτουργία των ΗΠΑ. Είναι γεγονός ότι η αμερικανική πολιτική έχει πολλά πρόσωπα και μιλάει – ανάλογα με τον συνομιλητή – με πολλές φωνές. Όμως είναι ψευδαίσθηση να αγνοείται ότι έχει κεντρικό άξονα και βασική συνισταμένη για τους οποίους δουλεύουν (ακόμη και ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους) οι επιμέρους φωνές και πρόσωπα. Παρά τις δηλώσεις ή νεύματα του φιλελεύθερου (δηλαδή, με την αμερικανική έννοια, του κεντρο-αριστερού) τμήματος του αμερικανικού κατεστημένου (το οποίο άλλωστε είναι στην κυβέρνηση με τον Μπ. Ομπάμα) η βασική συνισταμένη της αμερικανικής πολιτικής είναι ότι δεν συγχωρούνται οι μονομερείς ενέργειες και η σύγκρουση με το ηγεμονευόμενο από τις ΗΠΑ διεθνές σύστημα. Στο τέλος της ενότητας 3 («Το πολιτικό και οικονομικό σχέδιο του Κιρχνερισμού) εξηγήθηκε πως κινούνται οι ΗΠΑ όσον αφορά το ζήτημα των χρεωκοπιών εθνικών κρατών. Η καλλιέργεια ψευδαισθήσεων σχετικά με τον ρόλο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού – που στην χώρα μας εκφράζεται από κύκλους του ΣΥΡΙΖΑ, των ΑΝΕΛΛ και άλλους ως η προσδοκία ότι οι ΗΠΑ θα συγκρουσθούν με την ΕΕ για χάρη της Ελλάδας – μόνο ζημιά μπορεί να προκαλέσει στα λαϊκά συμφέροντα. Είναι άλλο πράγμα να χρησιμοποιήσεις τις ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και άλλο πράγμα να πιστέψεις σε κάποια πλευρά τους.

Οι τοποθετήσεις του Κ.Λαπαβίτσα είναι πιο απλές αλλά όχι λιγότερο προβληματικές – πόσο μάλλον όταν ο τελευταίος ενίοτε αναφέρεται και στη σοσιαλιστική προοπτική. Καλώς υποστήριξε την Αργεντινή στην αντιπαράθεση της με την απόφαση Griesa. Όμως σε όλες τις τοποθετήσεις του δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο κριτικής στον Κιρχνερισμό. Καμία λέξη ότι δεν αποτελεί αριστερή αλλά κεντρο-αριστερή πρόταση. Ούτε μία αναφορά στον στόχο του περί «σοβαρού καπιταλισμού» και στις αντιλαϊκές πλευρές κάποιων πολιτικών του. Αντίθετα υπάρχει μία άκριτη στήριξη του Κριχνερισμού επιεικώς απαράδεκτη για κάποιον που θέλει να ανήκει στην Αριστερά. Αυτή μάλιστα συνοδεύεται από φαιδρές «αγιογραφίες» κάποιων επιφανών οικονομικών παραγόντων του Κιρχνερισμού (κυρίως του πρώην Μαρξιστή A.Kiciloff αλλά ακόμη και της κεντρώας Mercedes Del Ponte). Ιδιαίτερα το τελευταίο αποτελεί καρικατούρα μίας αριστερής προσέγγισης. Αν την πολιτική και την ταξική πάλη τις διαμόρφωναν καθοριστικά φιλικά μας ή ακόμη και αριστερά πρόσωπα σε κρίσιμες θέσεις τότε η ιστορία της ανθρωπότητας θα ήταν διαφορετική. Όμως δεν είναι έτσι. Οι λογικές αυτές μόνο σε ρόλο ουράς σε αστικά σχέδια μπορεί να οδηγήσουν το λαϊκό κίνημα, με φυσική κατάληξη την ήττα.

Πέρα από όλες αυτές τις αδιέξοδες τοποθετήσεις είναι ανάγκη οι ζωντανές τουλάχιστον δυνάμεις της ελληνικής Αριστεράς και του εργατικού κινήματος να μελετήσουν σοβαρά την περίπτωση της Αργεντινής. Ποια είναι τα σημαντικότερα συμπεράσματα που μπορούν να αποκομισθούν από την αργεντίνικη εμπειρία;

Το πρώτο συμπέρασμα είναι η διάψευση διάφορων κουτών απόψεων του τύπου ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί σήμερα να κάνει παραχωρήσεις στην εργατική τάξη και συνεπώς την εξωθεί αναγκαστικά στην εξαθλίωση και αυτό θα την οδηγήσει στην εξέγερση. Μπορεί ο καπιταλισμός να μην μπορεί να κάνει σήμερα τις παραχωρήσεις που έκανε μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο (με το ξεπέρασμα της κρίσης υπερσυσσώρευσης του 1929 και την μεταπολεμική «χρυσή εποχή» του). Όμως, μετά από μία περίοδο βαθειάς εξαθλίωσης (και εφόσον δεν υπάρξουν οι πολιτικές δυνάμεις που θα οδηγήσουν στη εξέγερση) τότε μπορεί να δώσει πίσω κάτι από αυτά που υφάρπαξε. Αυτό, όπως δείχνει η περίπτωση της Αργεντινής, μπορεί να είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης σε αστικές διαχειριστικές πολιτικές. Πολύ δε περισσότερο όταν την κρίσιμη στιγμή της βαθύτερης εξαθλίωσης δεν ηγεμονεύσουν οι δυνάμεις της αλληλεγγύης και της επαναστατικής προοπτικής αλλά αφεθούν οι εργαζόμενοι στην απελπισία και στην προσπάθεια ατομικής διεξόδου. Τότε ακόμη και τα ψίχουλα παραχωρήσεων φαντάζουν υπερπολύτιμα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν οι δυνατότητες για κάποιες αστικές ετερόδοξες οικονομικές πολιτικές. Όμως οι δυνατότητες αυτές σε μεγάλο βαθμό εξαρτώνται από το πόσο πολύ συμπίεσε προηγουμένως η νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα την εργατική τάξη.

Το δεύτερο μάθημα είναι ότι – εφόσον δεν διατυπώνεται μία ρεαλιστική επαναστατική πολιτική πρόταση – τότε το σύστημα κατορθώνει να διατηρεί την πρωτοβουλία κινήσεων. Αυτό του δίνει την δυνατότητα να διορθώνει τα λάθη του και να αποφεύγει την κατάρρευση ακόμη και περνώντας από το ένα αδιέξοδο στο άλλο. Η περίοδος αστάθειας 2001-3 στη Αργεντινή είναι διδακτική. Το σύστημα χρησιμοποιεί απίθανους πολιτικούς συνδυασμούς και ετερόκλητες πολιτικές συμμαχίες για να μπορέσει να διατηρήσει τον έλεγχο. Πάμπολλες παραλλαγές κυρίως κεντρο-αριστερών και αντι-νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων εμφανίσθηκαν για να καταρρεύσουν γρήγορα μέσα στα αδιέξοδα τους και την λαϊκή οργή. Όμως όσο δεν υπήρχε μία ρεαλιστική αριστερή πολιτική πρόταση διεξόδου το σύστημα κατόρθωνε να επανέρχεται με νέα σχέδια και νέες πολιτικές εφεδρείες. Και όλα αυτά με τον κόσμο στους δρόμους (και όχι με την σημερινή κινηματική άπνοια που υπάρχει στην Ελλάδα).

Το πιο μεγάλο και ταυτόχρονα πικρό μάθημα είναι αυτό που αναφέρθηκε ήδη στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις. Χωρίς ένα ρεαλιστικό επαναστατικό πρόγραμμα που να χαράζει ένα μακρύ δρόμο ριζικών αλλαγών και να απαντά στα άμεσα προβλήματα επιβίωσης των εργαζομένων συνδέοντας τα με την σοσιαλιστική προοπτική δεν μπορεί να υπάρξει άλλος δρόμος εκτός από τον συστημικό. Από μόνο του το κίνημα και οι λαϊκές αντιστάσεις δεν επαρκούν για να δώσουν άλλη προοπτική. Το δυστύχημα ήταν ότι η αργεντίνικη Αριστερά φάνηκε δραματικά κατώτερη των περιστάσεων. Κατ’ αρχήν ήταν πάντα στη σκιά του Περονισμού ενώ όταν απογαλακτίσθηκε μερικώς αρκέσθηκε στην παγίδα της καταγγελίας της περονιστικής διαφθοράς και ταλαντεύθηκε με τους αντιπάλους της. Το μεγαλύτερο τμήμα της (του ΚΚ Αργεντινής συμπεριλαμβανομένου, που παρεμπιπτόντως είναι ένα κόμμα πιο ρεφορμιστικό από το ΙΚΚ του Μπερλιγκουέρ) ταλαντεύθηκε με διάφορους λαϊκιστές αστούς πολιτικούς και διαχειριστικά αιτήματα. Από την άλλη οι οργανώσεις εκείνες που έθεσαν πιο ριζοσπαστικά ζητήματα και ιδιαίτερα το ζήτημα της πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας το έκαναν με ένα γενικόλογο διακηρυκτικό τρόπο και χωρίς να μπορούν να το συνδέσουν με τις πιεστικές άμεσες ανάγκες των εργαζομένων που κυριολεκτικά πεινούσαν. Το αποτέλεσμα ήταν ο σοσιαλισμός να ακούγεται μάλλον σαν ευχολόγιο παρά σαν μία συγκροτημένη ρεαλιστική πρόταση. Έτσι δόθηκε χρόνος και περιθώριο για κυριολεκτικά μία «επανάσταση» μέσα στην αστική τάξη. Η τρίτη βαθμίδα του επίσημου πολιτικού συστήματος, συγκροτημένη γύρω από τους Περονιστές κυβερνήτες πολιτειών και προβάλλοντας τον N.Kirchner, αμφισβήτησε με περίπου ακροαριστερούς όρους όχι το σύστημα γενικά αλλά την συγκεκριμένη αρχιτεκτονική του γύρω από το άνοιγμα της οικονομίας, την δολαριοποίηση και τις σχέσεις με το ξένο κεφάλαιο. Ξαναενθυμούμενο το ριζοσπαστικό πολιτικό παρελθόν το – άλλωστε οι Κίρχνερ είχαν σχέσεις στο παρελθόν με τους Μοντονέρος – το νέο αυτό προσωπικό με το ριζοσπαστικό του πρόγραμμα κατόρθωσε να ηγεμονεύσει πάνω στις εξεγερμένες μάζες.

Όπως εύστοχα τονίζει η ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας για την Αριστερή Μετωπική Συμπόρευση (http://aristerisymporefsi.gr/index.php/component/k2/item/75-argentina ) αυτό είναι το πολυτιμότερο δίδαγμα της Αργεντινής και το βασικό καθήκον σήμερα για τις ζωντανές δυνάμεις της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας. Είναι άμεση ανάγκη η συγκρότηση ενός μεγάλου κοινωνικο-πολιτικού μετώπου στη βάση ενός μεταβατικού προγράμματος σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το σύστημα. Ενός προγράμματος που θα βαδίζει στον δρόμο της εξέγερσης της Αργεντινής αλλά και θα τον βαθαίνει θετικά παραμερίζοντας και ξεπερνώντας τους διάφορους Κίρχνερ.

Βιβλιογραφία


Beccaria L. et al (2007), ‘Crisis y recuperacion. Efectos sobra el Mercado del trabajo y la distribution del ingreso’, Universidad Nacional del General Sarmiento, Argentina.


Godio, J. (2003) ‘Los Movimientos Piqueteros ante una Seria Disyuntiva Política’, Diario C, www.diarioc.com.ar/lanota/10-01-2004


Godio, J. (2004) ‘The “Argentine Anomaly”: From Wealth through Collapse to Neo-Developmentalism’, Internationale Politik und Gesellschaft, N.2. http://www.fes.de/ipg/IPG2_2004/ARTGODIO.PDF


Helleiner, E. (2003) ‘Economic Liberalism and Its Critics: the Past as Prologue?’, Review of International Political Economy vol. 10 no. 4.


Krueger Α. (2002), ‘A New Approach to Sovereign Debt Restructuring’, International Monetary Fund http://www.imf.org/external/pubs/ft/exrp/sdrm/eng/ .


Μαυρουδέας Στ. (1996), «Οικονομικές πολιτικές στην Αργεντινή μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο», Θέσεις νο.54.


Μαυρουδέας Στ. (2010), «Ανάπτυξη και κρίσεις: Η ταραγμένη διαδρομή του ελληνικού καπιταλισμού» σε Τόπος (2010),  «Ο χάρτης της κρίσης: Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. Τόπος.


Munck R. (1985), ‘Democratization and Demilitarization in Argentina’, Bulletin of Latin American Research, vol. 4, no. 2.


Petras J. (2006), ‘Centre-Left regimes in Latin America: History repeating itself as farce?’, Journal of Peasant Studies vol. 22 no. 2.


Reddy N. (2014), ‘Argentina: The End of Kirchnerism?’, New Politics Vol. XV No. 1, Whole Number 57


Wylde C. (2010), ‘Argentina, Kirchnerismo and Desarrollismo: Argentine Political Economy under the administration of Nestor Kirchner 2003-7’, Documento de Trabajo, FLACSO Argentina.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου